«Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται».


Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

ΔΙΟΜΗΔΗΣ ( Μέρος Α΄)

Ο Διομήδης ως μοναδικός κληρονόμος από την μητέρα του και κόρης του Αδράστου Ευρυπύλης, έγινε Βασιλιάς του Άργους. Ήταν πολύ μεγάλη η δύναμη που απέκτησε ώστε όπως προαναφέραμε εκστράτευσε στην Αιτωλία και αποκατέστησε στον θρόνο τον παππού του Οινέα. Αλλά και στην εκστρατεία εναντίον των Θηβών επίσης έλαβε μέρος μαζί με τους Επιγόνους. Όμως επειδή ήταν και αυτός ένας εκ των μνηστήρων της Ωραίας Ελένης έλαβε μέρος και στον Τρωικό πόλεμο με ογδόντα πλοία, όταν στο Άργος βασίλευε ο Κυάνιππος. Αρχιστράτηγος των Αργείων ο Διομήδης ήταν ο ανδρειότερος από τους άλλους Αργείους στρατηγούς αλλά και μετά τον Αχιλλέα και τον Αίαντα. Τον χαρακτηρίζουν χείμαρρο, κατά την μάχη, όπου έτρεχε και κατατρόμαζε τους εχθρούς με αποτέλεσμα να τους διασκορπίζει. Ήταν τόσο τρομερός μαχητής ώστε ο Έκτωρ έφθασε στο σημείο να παρακαλάει την Θεά Αθηνά ώστε να τον απομακρύνει από τον πόλεμο αυτό.

« Τυδείδη, περί μεν πολέμω ενι κρατερός έσσι,

Και βουλή μετά πάντας ομίλικας έπλευ άριστος.

Ατάρ πεπνυμένα βάζεις Αργείων βασιλείας,

Επεί κατά μοίρας έειπας.

Λέγεται πως η Θεά Αθηνά καθόταν στους ώμους του απαστράπτουσα ως φωτιά και έκανε τους Τρωαδίτες να μένουν έκθαμβοι και κατατρομαγμένοι!!! Πρώτα φόνευσε τον Φηγέα και ο Πάνδαρος τον πλήγωσε στον ώμο, έπειτα εξαγριωμένος από αυτό σκότωσε τους Αστύνοο, Υπήνορα,Άβαντα, Πολύειδο, Ξάνθο, Έχεμο, Θόωνα, Χρόμιο και τον Πάνδαρο. Πλήγωσε και τον Αινεία στο πόδι όταν του έριξε μια τεράστια πέτρα και εκείνος έπεσε μπρούμυτα στο χώμα. Ίσα-ίσα κατάφερε η Θεά Αφροδίτη να τον σώσει. Ο Διομήδης τότε πήρε τα άλογα του Αινεία και μάλιστα ενώ η Αφροδίτη ήταν ανάμεσά τους την πλήγωσε ο Αργείος αρχιστράτηγος με αποτέλεσμα να κινδυνεύσει και πάλι ο Αινείας αλλά με την παρέμβαση του Θεού Απόλλωνα σώθηκε! Ήταν όμως τόσο άτρομος και θαρραλέος ο Διομήδης που τραυμάτισε και τον ίδιο τον Θεό του Πολέμου Άρη! Σκότωσε και τον Άξυλο και Καλήσιο και έδιωξε όλο το υπόλοιπο στράτευμα μέχρι τα τείχη του Ιλίου. Στον πανικό που σκορπούσε ο Έκτωρ μη έχοντας τι άλλο να κάνει είπε στην μητέρα του να μαζέψει τις γυναίκες της πόλης ώστε να παρακαλέσουν την Θεά Αθηνά να τον απομακρύνει από την μάχη. Όμως ο Διομήδης σκοτώνοντας τον ηνίοχο του Έκτορος γλύτωσε από βέβαιο θάνατο τον Νέστορα και εκεί ήταν που παρενέβη ο Ζεύς ρίχνοντας έναν κεραυνό μπροστά στα άλογα του Διομήδη και ο Νέστωρ τότε τον συμβούλευσε να απομακρυνθεί από την μάχη κάτι που έκανε ο Αργείος Αρχιστράτηγος.

Όταν τον έστειλαν ως κατάσκοπο στο στρατόπεδο των Τρώων μαζί με τον Οδυσσέα, βρήκε κάποιον Δόλωνα από τον οποίο έμαθε ότι οι Θράκες έρχονται σε βοήθεια του Ιλίου με επικεφαλής τον Ρήσο βασιλιά της Θράκης. Ο Διομήδης σκοτώνει τον δόλωνα και νύχτα έρχεται στο στρατόπεδο των Θρακών και σκοτώνει τον Ρήσο ενώ κοιμόταν πήρε τα άλογά του και τα έφερε στο στρατόπεδο των Ελλήνων. Έπειτα σκότωσε τον Θυμβραίο, τον Άμφιο και Αγράστροφο και έριξε από το άρμα του τον Έκτορα όταν του πέταξε το ακόντιο στο κεφάλι. Όμως ο Πάρις τον τραυμάτισε στο πόδι ενώ ήταν σκυμμένος πάνω από τον νεκρό Αγάστροφο και έπαιρνε τα όπλα του. Πληγωμένος ο Διομήδης επιστρέφει στην σκηνή του και τότε οι Τρωαδίτες βρήκαν την ευκαιρία και όρμησαν στα χαρακώματα των Ελλήνων. Αλλά και πάλι ο Διομήδης έστω και τραυματίας βγήκε πάλι στην μάχη!!!

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

ΤΥΔΕΥΣ

Ο Μελέαγρος ήταν ο θείος του Διομήδη, αδερφός του πατέρα του,Τυδέα, από άλλη μητέρα όμως. Τον Τυδέα τον είδαμε όταν πήγε στον Άδραστο να ζητήσει ασυλία επειδή είχε σκοτώσει τους επίβουλους του πατέρα του Οινέως.
Ο Άδραστος όπως είπαμε του έδωσε την κόρη του Ευρυπύλη και είχε λάβει μέρος στην εκστρατεία κατά των Θηβών. Τότε ήταν που οι συμμετέχοντες βασιλείς έστειλαν τον Τυδέα στον Κιθαιρώνα για να διορθώσει το κακό που είχε κάνει με τους φόνους. Διοργάνωσε τότε έναν αγώνα γυμνικό για να δοκιμάσει την αντρεία των Θηβαίων και τους νίκησε όλους. Εδώ λέγεται πως συνέβαλε και η Θεά Αθηνά.

Από την ζήλεια τους οι Θηβαίοι έστειλαν πενήντα νέους και ανδρείους να τον σκοτώσουν με δόλο. Όμως και εδώ ο Τυδεύς βγήκε νικητής. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν δύο στρατηγοί ο Μαίονας γιός του Αίμονα, και ο Λυκοφόντης γιός του Αυτοφρόνου. Από την σφαγή που ακολούθησε έναν άφησε ζωντανό ο Τυδεύς. Τον Μαίονα για να πάει στους Θηβαίους και να αναγγείλει το γεγονός. Όμως στην μάχη εκείνη είχε τραυματισθεί και ο ίδιος θανάσιμα. Τότε ήρθε η Θεά Αθηνά και ήθελε να τον κάνει Αθάνατο.
 Όμως ο Αμφιάραος που τον είδε μισοπεθαμένο και την Θεά να θέλει να τον απαθανατίσει, από το μίσος του γι’ αυτόν του έφερε το κεφάλι του Μελάνιππου ο οποίος ήταν εκείνος που τον είχε τραυματίσει λίγο πριν τον σκοτώσει, και σχίζοντας το κρανίο του ρούφηξε το μυαλό ως εκδίκηση. Κατ’ άλλους ο ίδιος ο Τυδεύς ζήτησε να του φέρει ο Αμφιάραος το κεφάλι του Μελάνιππου. Έπειτα παρεκάλεσε την Θεά να τον κάνει αθάνατο τόσο αυτόν όσο και τον γιό του Διομήδη. Όμως η απέχθεια που ένοιωσε η Θεά Αθηνά από το θέαμα αυτό την απέτρεψε από κάθε προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή!
Έτσι πέθανε ο πατέρας του Διομήδη. Και ο Μαίων που τον είχε αφήσει να ζήση κατά την σφαγή των υπολοίπων, ένοιωσε ευγνωμοσύνη για τον θαρραλέο και γενναίο αυτόν άνδρα και τον έθαψε κοντά στις Προιτίδες Πύλες.




Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ

Στην γενιά όμως του Διομήδους συγκαταλέγεται και ο Μελέαγρος ο οποίος είναι θείος του από την πρώτη γυναίκα του Οινέα την Αλθαία. Ο Μελέαγρος ήταν ένας φημισμένος ήρωας ανδρείος και πολεμικός την φύση και ίσως για τον λόγο αυτό είπαν πως και αυτός ήταν παιδί του Θεού Άρη. Είπαν ακόμη πως όταν ήταν επτά ημερών βρέφος ήρθαν οι μοίρες και του προείπαν το μέλλον του. Η Κλωθώ είπε ότι έχει γεννηθεί τολμηρός, η Λάχεσις ανδρείος και η Άτροπος ότι θα πεθάνει όταν καεί όλος ο δαυλός που έκαιγε. Όταν το άκουσε αυτό η Αλθαία πήρε τον δαυλό από την εστία και τον έκρυψε μέσα σε μια λάρνακα ώστε να μην καεί ποτέ.
Ο Μελέαγρος όταν μεγάλωσε έλαβε μέρος στην εκστρατεία των Αργοναυτών και στην συνέχεια συγκρότησε την συμμαχία κατά του Καλυδωνίου Κάπρου όπου ανάμεσα στους συμμετέχοντες σ’ αυτήν ήταν και η Αταλάντη η ακόλουθος της Αρτέμιδος.

Αυτήν ερωτεύτηκε ο Μελέαγρος και όταν σκότωσε τον Κάπρο της έδωσε το τομάρι του. Όμως ο Οινέας είχε πει ότι όποιος σκοτώσει τον Κάπρο θα πάρει ως βραβείο το τομάρι αυτού. Τότε οι συμμετέχοντες γιοί του Θεστίου και θείοι του από την μητέρα του Αλθαία, αντέδρασαν και είπαν ότι είναι ντροπή να το πάρει μια γυναίκα η οποία μάλιστα ούτε καν είχε σκοτώσει το θηρίο. Στην δίκαιη αυτή αντίδραση βρήκαν δικαίωση αφού ως συγγενείς είχαν το νόμιμο δικαίωμα να το πάρουν εκείνοι αν το ηρνείτο ο δικαιούχος. Έτσι πήραν το τομάρι του Κάπρου από την Αταλάντη. Ο Μελέαγρος όμως το θεώρησε μεγάλη αυθάδεια από μέρους τους και τους σκότωσε όλους και έδωσε στην Αταλάντη την δορά. Τότε η μητέρα του Αλθαία που είδε να σκοτώνονται τα αδέρφια της από το χέρι του γιού της λυπήθηκε τόσο πολύ που πήγε και έβγαλε από την λάρνακα τον δαυλό και τον έκαψε όλο με αποτέλεσμα να πεθάνει και ο Μελέαγρος όπως είχε προδεί η Άτροπος.


Βέβαια υπάρχει και το μέρος εκείνο της προϊστορίας όπου φαίνονται πολύ πιο φυσιολογικά τα πράγματα και έχουν να κάνουν με τον πόλεμο που ξέσπασε ανάμεσα στα δυο βασίλεια των Καλυδωνίων και των Πλευρωνίων. Όταν λοιπόν οι Πλευρώνιοι εκστράτευσαν κατά της Καλυδώνας ο Μελέαγρος ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής στην μάχη αυτή. Εκεί σκότωσε μερικά από τα παιδιά του Θεστίου και αδέρφια της μητέρας του η οποία από την λύπη της καταράστηκε τον γιό της. Εξοργισμένος ο Μελέαγρος από την κατάρα της μητέρας του δεν βγήκε να πολεμήσει πλέον και οι Πλευρώνιοι ρήμαζαν τον τόπο σκοτώνοντας και ερημώνοντας τα πάντα. Πήγαν τότε οι πολίτες της Καλυδώνας και τον παρακαλούσαν να βγει να πολεμήσει να τους βοηθήσει γιατί θα αφανίζονταν. Αφού πείσθηκε ο ήρωας έλαβε και πάλι μέρος στην μάχη όπου κατατρόπωσε τους Πλευρώνιους και τους υπόλοιπους γιούς του Θεστίου. Τότε ήταν που η Αλθαία έκαψε τον δαυλό. Όμως ακόμη λέγεται πως ο Απόλλων τον τόξευσε και έτσι πέθανε.
Η Αλθαία μετά τον θάνατο του γιού της εξ’ αιτίας της, μετανόησε οικτρά και κρεμάστηκε. Στον πόλεμο αυτό πέθαναν και όλα τα παιδιά του Οινέα από την Αλθαία την πρώτη του γυναίκα όπως είπαμε. Δυο αδερφές του Μελέαγρου που ήταν ανύπαντρες η Ευρημήδη και η Μελανίππη κάθονταν πάνω από τον τάφο του και έκλαιγαν απαρηγόρητες και η Άρτεμη που τις λυπήθηκε τις μεταμόρφωσε σε όρνεα, τις γνωστές Μελεαγρίδες. Αυτά τα πουλιά έρχονται από την Αφρική κάθε χρόνο στην Βοιωτία και μάλιστα πηγαίνουν στο μέρος όπου ήταν ο τάφος του Μελέαγρου και γι’ αυτό τις είπαν Μελεαγρίδες.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

ΑΔΡΑΣΤΟΣ

Από τον Βίαντα που κατέχει το άλλο ένα τρίτο του βασιλείου του Άργους, και την Λυσίππη γεννιέται ο Ταλαός που με την Λυσιμάχη γεννούν τον Άδραστο. Ο Άδραστος είχε την ατυχία να είναι μέρος μιας τραγικής ιστορίας. Τόσο ο πατέρας του όσο και ο γιός του Πρώνακτας σκοτώθηκαν από τον γιό του Οϊκλή (από τον οίκο των Μελαμπιδών) και ξάδερφό του Αμφιάραο. Ο Άδραστος για να γλυτώσει κατέφυγε στο βασίλειο της Σικυώνας στον παππού του Πόλυβο μετά τον θάνατο του οποίου κληρονομεί τον θρόνο. Το μεγάλο κακό όμως που τον είχε βρει δεν ήταν καθόλου εύκολο να ξεχάσει γι’ αυτό και γυρνά πίσω στο Άργος με την πρόφαση ότι θέλει να συμφιλιωθεί με τον ξάδερφό του Αμφιάραο. Προς απόδειξη της καλής πίστης μάλιστα του δίνει ως γυναίκα την αδερφή του Εριφίλη. Έβαλε όμως έναν όρο. Σε όποια διαφορά αναπτυσσόταν μεταξύ τους η Εριφίλη θα ήταν εκείνη που θα έδινε την τελική κρίση.
Ένα βράδυ λοιπόν και ενώ μια καταιγίδα τρομερή μαινόταν στο Άργος δυο άνδρες του χτυπούν την πόρτα και του ζητούν άσυλο. Ήταν ο Πολυνείκης από την Θήβα διωγμένος από τον αδερφό του Ετεοκλή και ο Τυδεύς ο φονιάς του βασιλιά της Καλυδωνίας Οινέα. Ο Άδραστος που τους δέχτηκε στο παλάτι του πρόσεξε τα όπλα τους και τότε θυμήθηκε έναν παλιό χρησμό που έλεγε πως ένα λιοντάρι και ένας κάπρος θα παντρεύονταν τις κόρες του. Εξάγνισε τον Τυδέα από τον φόνο του Οινέα και έδωσε τις κόρες του ως γυναίκες τόσο στον Τυδέα όσο και τον Πολυνείκη με την υπόσχεση ότι θα τους αποκαταστούσε πίσω στην πατρίδα τους. Αυτή ήταν η απαρχή για την εκστρατεία που θα λάμβανε χώρα μετά από λίγο καιρό και θα έμενε στην ιστορία ως « Επτά επί Θήβας»!
Ο Αμφιάραος, ο Καπανεύς, ο Ιππομέδοντας, ο Παρθενόπιος, ο Τυδεύς, ο Πολυνείκης και ο Άδραστος μαζί με άλλους βασιλείς της περιοχής εκτός του Μενελάου της Σπάρτης και του αδερφού του Αγαμέμνονα των Μυκηνών που έμειναν αμέτοχοι αφού προείδαν το κακό τέλος αυτής της εκστρατείας, ξεκίνησαν το μεγάλο εγχείρημα!

Πρώτη στάση που έκαναν ήταν στην Νεμέα για να τιμήσουν τον Αρχέμορο που λέγεται πως σκότωσε ένα φίδι. Μάλιστα τότε καθιερώθηκαν και τα Νέμεα. Στον ποταμό Ισμαρό συγκρούσθηκαν με τους Θηβαίους και τους ακολούθησαν στα τείχη της Καδμείας. Εκεί όμως τα πράγματα έμελλε να είναι εντελώς διαφορετικά και έγινε πραγματική σφαγή! Εξολοθρεύτηκαν όλοι εκτός του Αδράστου που γλύτωσε χάρις στο άλογο το οποίο αναφέρεται ως θεϊκό, τον Αρίωνα. Μετά απ’ αυτό το κακό ο Άδραστος κατάφερε τουλάχιστον να πείσει τους Θηβαίους να του δώσουν τα πτώματα των βασιλιάδων και να τους αποδώσει τις απαραίτητες νεκρικές τιμές. Λέγεται πως δεν ήταν αυτός που πέτυχε να πάρει πίσω τα πτώματα των νεκρών αλλά ο Θησέας την βοήθεια του οποίου ο ίδιος ο Άδραστος ζήτησε και τα έθαψαν στην Ελευσίνα.


Δέκα χρόνια μετά δεν μπορούσε να φύγει από το μυαλό του Άδραστου η πανωλεθρία που τον είχε βρει. Έτσι με τους γιούς των θυμάτων τους οποίους κατάφερε να πείσει να πάρουν εκδίκηση επέτυχε να κυριεύσει την Θήβα αλλά στην μάχη αυτή έχασε τον γιό του Αιγιαλέα από τον Λαοδάμαντα γιό του Ετεοκλή. Σε πολύ μεγάλη ηλικία και με την θλίψη να τον βαραίνει όσο τίποτα άλλο ζούσε στα Μέγαρα και εκεί ήταν όταν η βαριά αυτή θλίψη τον έκανε να πέσει στην πυρά και να πεθάνει ακριβώς όπως ένας χρησμός του Μαντείου του είχε προφητέψει.
Αφού λοιπόν ο Αιγιαλεύς έχει σκοτωθεί στην εκστρατεία κατά των Θηβών, τον θρόνο και το βασίλειο παίρνει ο Διομήδης ο γιός του Τυδέως και της Δηιπύλης κόρης του Αδράστου . Ο Διομήδης αίρει την καταγωγή του από τον οίκο του Αιτωλού που ήταν γιός του Ενδυμίωνα από την Ήλιδα. Στην περιοχή αυτή λοιπόν γεννιούνται και αναπτύσσονται προσωπικότητες όπως ο Πλευρών που έχτισε την ομώνυμη πόλη στην Αιτωλία, ο Αγήνωρ, ο Πορθάων, ο Οινέας που είναι και παππούς του Διομήδη. Από την γενιά του Πορθάωνα και συγκεκριμένα από την κόρη του Στερόπη ο Αχελώος γεννά τις Σειρήνες. Ο Οινέας με την Αλθαία γεννά την Δηϊάνειρα ( γυναίκα του Ηρακλή). Λέγεται πως την κόρη αυτή την είχε κάνει η Αλθαία με τον Διόνυσο. Ο Οινέας λοιπόν είχε τιμωρηθεί από την Θεά Άρτεμη επειδή την είχε ξεχάσει στις θυσίες προς τους Θεούς. Τότε ήταν που η Άρτεμις έστειλε τον Καλυδώνιο Κάπρο το θηρίο που ρήμαζε την περιοχή και σκότωνε ανθρώπους και ζώα. Τα αδέρφια του όμως έβαλαν φυλακή τον Οινέα και πήραν την βασιλεία την οποία μετά από καιρό ο Διομήδης μην λησμονώντας την αδικία κατά του παππού του εκστράτευσε στην Αιτωλία και τον αποκατέστησε. Επειδή όμως ο Οινέας δεν μπορούσε να μείνει στην Αιτωλία ήρθε μαζί με τον Διομήδη στο Άργος. Οι φόβοι όμως του Οινέα βγήκαν αληθινοί, αφού οι δυο γιοί του αδερφού του Αγρίου που κατάφεραν να γλιτώσουν από το ξίφος του Διομήδη, τον σκότωσαν στην Αρκαδία.
Ο πατέρας του Διομήδη Τυδεύς γεννήθηκε από τον δεύτερο γάμο του Οινέα με την Περίβοια κόρη του Ιππόνoου βασιλιά της Ωλένου. Μάλιστα λέγεται πως βρέθηκε έγκυος από τον θεό Άρη. Τότε ήταν που ο πατέρας της αγανάκτησε μαζί της και την έστειλε στον Οινέα για να την σκοτώσει κάτι φυσικά που δεν μπόρεσε να κάνει ο Οινεύς και έτσι την πήρε γυναίκα και γεννήθηκε ο Τυδεύς πατέρας του Διομήδη.


Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΓΟΝΩΝ

 Οι Επίγονοι που αναφέρονται στην Προϊστορία ήταν : ο βασιλιάς του Άργους Αιγιαλέας γιός του Άδραστου από το βασίλειο του Βίαντα , που ήταν ο μόνος που επέζησε από την εκστρατεία την γνωστή Επτά επί Θήβας, ο διεκδικητής του θρόνου των Θηβών Θέρσανδρος, γιός του Πολυνείκη, ο βασιλιάς της Καλυδώνας και μεγάλος ήρωας του Τρωικού πολέμου Διομήδης, γιός του Τυδέως, ο βασιλιάς των Μυκηνών Σθένελος, γιός του Καπανέα, ο βασιλιάς της Αρκαδίας Πρόμαχος, γιός του Παρθενοπαίου, ο Αργείος ήρωας και αργοναύτης Ευρύαλος, γιός του Μικηστέα και δυο γιοί του Αργείου μάντη Αμφιαράου ( από την γενιά του Μελάμποδος) Αλκμέων και Αμφίλοχος.

Αυτοί δέκα χρόνια μετά την ατυχή εκστρατεία των γονιών τους εκτός από τον Ευρύαλο, εκστρατεύουν ξανά εναντίον των Θηβών , προκειμένου να εκδικηθούν την ήττα και τον θάνατο των γονιών τους. Είχαν βεβαίως και την βοήθεια των Κορινθίων, Μεγαρέων, Μεσσηνίων και Αρκάδων.
Σε αυτή την εκστρατεία τα παιδιά που είχαν μεγαλώσει με την άσχημη αυτή μνήμη και φυσικά τον χαμό των γονιών τους είχαν αναπτύξει ένα μένος που πραγματικά δεν άφηνε άλλα περιθώρια πέρα αυτών της Νίκης-Εκδίκησης!!! Όντως καμιά αντίσταση δεν τους έφερε ούτε η αμυντική γραμμή των Θηβαίων ούτε καν και αυτά τα περιβόητα τείχη της Καδμείας. Έτσι αντιλαμβανόμενοι την επικείμενη ήττα τους οι Θηβαίοι αλλά και μετά από την συμβουλή που τους έδωσε ο Μάντης Τειρεσίας αναγκάσθηκαν και τους παρέδωσαν την πόλη. Ο Θηβαίος αρχηγός Λαοδάμαντας γιός του Ετεοκλή μαζί με τους στρατιώτες του τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους κατέφυγαν στην Ιλλυρία. Ενώ οι νικητές επίγονοι μπήκαν στην πόλη και αναγόρευσαν βασιλιά τον γιό του Πολυνείκη και εγγονό του Οιδίποδα Θέρσανδρο.
Μετά από τον Σθένελο την βασιλεία αναλαμβάνει ο γιός του Κυλάβαρις και επί των ημερών του το Άργος ενώνεται και πάλι σε ένα Βασίλειο. Αλλά γι’ αυτό θα αναφερθούμε λίγο πιο κάτω.

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

ΜΕΛΑΜΠΟΥΣ

Ο Μελάμπους θεωρείται πως είναι ο αρχαιότερος μάντης γιός του Αμυθάονα και της Ειδομένης και είχε αδερφό τον Βίαντα. Αυτός θεωρείται και γενάρχης του μαντικού γένους των Μελαμπιδών. Όταν γεννήθηκε η μητέρα του Ειδομένη τον άφησε στο δάσος με τέτοιο τρόπο ώστε τα πόδια του ήταν εκτεθειμένα στον ήλιο. Από εκεί έλαβαν το μελαμψό χρώμα σε αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα του κάτι που διατηρήθηκε για όλη του την ζωή και εξ’ ού και το όνομά του Μέλαν+πούς Μελάμπους.
Τα δυο αδέρφια μαζί με τον θείο τους Νηλέα( γιός του Ποσειδώνα) πήγαν από την Θεσσαλία στην Πύλο της Μεσσηνίας και εγκαταστάθηκαν στην εξοχή. Εκεί ο Μελάμπους έσωσε κάποια φίδια από βέβαιο θάνατο και τα πήρε να τα αναθρέψει. Εκείνα από ευγνωμοσύνη σε αυτόν του κάθε βράδυ με την γλώσσα τους του έγλειφαν τα αυτιά. Όταν ο Μελάμπους ξύπνησε άρχισε να καταλαβαίνει την γλώσσα των πουλιών και έτσι μπορούσε να μαθαίνει ακόμη και μυστικά.


Όταν ο αδερφός του Βίας θέλησε να παντρευτεί την κόρη του Νηλέα Πηρώ ο Νηλεύς του είπε πως θα του έδινε την κόρη του αν του έφερνε το περίφημο κοπάδι από βόδια του Φυλάκου βασιλιά της Φυλάκης. Τότε ο Μελάμπους ανέλαβε να φέρει εκείνος το κοπάδι για λογαριασμό του αδερφού του αν και γνώριζε εκ των προτέρων πως πηγαίνοντας στην Φυλάκη θα τον κρατούσαν φυλακισμένο για ένα χρόνο. Έτσι και έγινε αφού πιάστηκε την ώρα που προσπαθούσε να κλέψει το κοπάδι. Μέσα στην φυλακή ο Μελάμπους άκουσε τα σκουλήκια που κατέτρωγαν τα ξύλα του κτηρίου και κατάλαβε πως πολύ σύντομα αυτό θα γκρεμιζόταν. Ζήτησε λοιπόν με εμμονή να μεταφερθεί αλλού λέγοντάς τους τι μέλλει γενέσθαι. Και όντως καλά-καλά δεν πρόλαβαν να τον μεταφέρουν και το κτήριο σωριάστηκε κάτω. Το έμαθε αυτό ο Βασιλιάς της Φυλάκης, Φύλακος, και εντυπωσιασμένος από την μαντεία του Μελάμποδος τον κάλεσε να τον δει. Τότε στην συνάντηση αυτή ο Βασιλιάς του ζήτησε να γιατρέψει την στειρότητα του γιού και διαδόχου του, Ιφίκλου. Ο Μελάμπους δέχτηκε να τον κάνει καλά υπό τον όρο πως θα έπαιρνε ως ανταμοιβή το κοπάδι του. Φυσικά ο Φύλακος μπροστά στο να μείνει το βασίλειό του χωρίς απογόνους δέχτηκε τον όρο του Μελάμποδος.
Τότε ο Μελάμπους πήρε έναν ταύρο τον θυσίασε στον Δία, τον τεμάχισε και κάλεσε τα πουλιά να έρθουν να τον φάνε. Από τις ομιλίες των πουλιών έμαθε πως ένας γύπας που δεν είχε πάει να φάει τα θυσιάσματα ήξερε το μυστικό της θεραπείας του Ιφίκλου. Κάλεσε ο Μελάμπους τον γύπα αυτό και έμαθε πως η στειρότητα του Ιφίκλου οφειλόταν στην ξαφνική τρομάρα που είχε πάρει όταν είδε ένα ματωμένο μαχαίρι με το οποίο ο πατέρας του ευνούχιζε τους τράγους. Αν έπαιρνε το μαχαίρι αυτό που ήταν καρφωμένο σε ένα δένδρο και με την δηλητηριώδη σκουριά που είχε δημιουργηθεί γύρω από αυτό, κατασκεύαζε ένα φάρμακο για τον Ίφικλο θα τον θεράπευε. Πραγματικά ο Μελάμπους βρήκε το μαχαίρι έξυσε την σκουριά την οποία ανακάτεψε με νερό και το έδινε επί δέκα μέρες να το πίνει ο Ίφικλος. Και ήταν όντως αποτελεσματικό το φάρμακο αφού ο Ίφικλος θεραπεύτηκε από την στειρότητά του και ο Μελάμπους έλαβε την ανταμοιβή του, δηλαδή το κοπάδι του Φυλάκου. Έτσι ο αδερφός του Βίας παντρεύτηκε την κόρη του Νηλέα Πηρώ.
Αυτή η φήμη του Μελάμποδος ήταν που έκαναν τον Προίτο να τον καλέσει στο Άργος για να γιατρέψει τις κόρες του. Τότε ο Μελάμπους και ο Βίας πήραν μαζί τους, τους πιο γενναίους νέους που με κραυγές και ξέφρενους χορούς έδιωξαν τις αλλοπαρμένες γυναίκες πάνω από τα βουνά προς την Σικυώνα. Πήραν μαζί τους την Λισίππη και Ιφινόη τις οποίες αφού εξάγνισαν τις παντρεύτηκαν τα δυό αδέρφια. Έτσι χωρίστηκε το Άργος σε τρία βασίλεια.



Εδώ να σημειώσουμε πως ο Σταγειρίτης αναφέρει πως ο διαχωρισμός του βασιλείου του Άργους έγινε επί των ημερών του Αναξαγόρα υιού του Μεγαπένθη όταν είχε αλλάξει το βασίλειό του της Τίρυνθας με τον Περσέα. Όμως η γέννηση του Μεγαπένθη αναφέρεται στην Βιβλιοθήκη του Απολλοδώρου μετά τον γάμο των δυο αδερφών Λισίππης και Ιφινόης. Υπάρχει βέβαια μια αντίφαση αφού ο Προίτος ήταν βασιλιάς της Τίρυνθας και στο Άργος ήταν ο αδερφός του Ακρίσιος, παππούς του Περσέα, πως είναι δυνατόν να διαπραγματευόταν ένα βασίλειο που δεν του ανήκε! Η αλήθεια είναι πως είναι λίγο παράδοξα όλα αυτά γιατί πως αλλιώς θα μπορούσαν τα δυο αδέρφια Μελάμπους και Βίας να παντρευτούν τις Λισίππη και Ιφινόη αν ήταν θείες του Αναξαγόρα και μεγαλύτερες από τον πατέρα του Μεγαπένθη; Υπάρχει όμως μια εξήγηση που είναι πιθανόν να έχει συμβεί έτσι ώστε να αιτιολογεί την διαπραγμάτευση του βασιλείου του Άργους από τον Προίτο. Λέγεται λοιπόν πως ο Ακρίσιος αδερφός του Προίτου όταν έμαθε πως η κόρη του Δανάη είχε τελικά επιζήσει και ο γιός της ( Περσέας) είχε ανδρωθεί στην Σέριφο στο παλάτι του Πολυδέκτη έφυγε με πλοίο να πάει να την βρει και να σκοτώσει τον Περσέα που ο χρησμός τον καθιστούσε φονιά του. Όταν πήγε στην Σέριφο όμως ο Πολυδέκτης μπήκε ανάμεσά τους ως διαιτητής και επέτυχε ένα είδος συμφιλίωσης. Αλλά εκείνο το βράδυ έπιασε μια μεγάλη καταιγίδα κατά την οποία σκοτώθηκε ο βασιλιάς της Σερίφου Πολυδέκτης. Στους νεκρικούς αγώνες που έγιναν προς τιμή του ο Περσέας σκοτώνει κατά λάθος τον παππού του Ακρίσιο και γυρνά στο Άργος την βασιλεία του οποίου κατά την απουσία του Ακρισίου είχε σφετεριστεί ο Προίτος. Κατά την διάρκεια ίσως αυτού του σφετερισμού πιθανόν ο Προίτος να είχε κάνει την διαπραγμάτευση με τον Μελάμποδα.
Ο Μεγαπένθης λοιπόν βασιλιάς του ενός εκ των τριών μερών του βασιλείου του Άργους γεννά τον Αναξαγόρα και αυτός με την σειρά του τον Αλέκτωρα που γεννά τον Ίφι και τον Καπανέα. Ο Ίφις που κληρονόμησε την βασιλεία ήταν άτεκνος και άφησε ως διάδοχό του τον ανιψιό του Σθένελο γιό του Καπανέα. Ο Σθένελος είναι ένας από τους επτά επιγόνους που εκστράτευσαν κατά των Θηβών τις οποίες και κατέλαβαν. Οι Επίγονοι που αναφέρονται στην Προϊστορία ήταν : ο βασιλιάς του Άργους Αιγιαλέας γιός του Άδραστου από το βασίλειο του Βίαντα , που ήταν ο μόνος που επέζησε από την εκστρατεία την γνωστή Επτά επί Θήβας, ο διεκδικητής του θρόνου των Θηβών Θέρσανδρος, γιός του Πολυνείκη, ο βασιλιάς της Καλυδώνας και μεγάλος ήρωας του Τρωικού πολέμου Διομήδης, γιός του Τυδέως, ο βασιλιάς των Μυκηνών Σθένελος, γιός του Καπανέα, ο βασιλιάς της Αρκαδίας Πρόμαχος, γιός του Παρθενοπαίου, ο Αργείος ήρωας και αργοναύτης Ευρύαλος, γιός του Μικηστέα και δυο γιοί του Αργείου μάντη Αμφιαράου ( από την γενιά του Μελάμποδος) Αλκμέων και Αμφίλοχος.





Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

ΠΡΟΙΤΟΣ-ΑΚΡΙΣΙΟΣ

Από την κοιλιά της μητέρας τους ακόμη μάλωναν μεταξύ τους και μετά τον θάνατο του πατέρα τους το ίδιο μάχονταν για την διαδοχή. Από την διαμάχη αυτή νικητής βγήκε ο Ακρίσιος και έδιωξε τον Προίτο ο οποίος πήγε στην Λυκία στον βασιλιά Ιοβάτη ή Αμφιάνακτα. Πήρε γυναίκα του την κόρη του βασιλιά Άντεια ή Σθενόβεια και απέκτησε τόση δύναμη ώστε επέτυχε να αναγκάσει τον Ακρίσιο να μοιράσει το Βασίλειο. Μάλιστα αναφέρεται πως πήρε μαζί του από την Λυκία επτά γιγάντιους Κύκλωπες τους ονομαζόμενους Γαστερόχειρες, επειδή κέρδιζαν την ζωή τους σαν οικοδόμοι. Αυτοί περιτείχισαν την Τίρυνθα με τεράστια τείχη τα λεγόμενα Κυκλώπεια. Χρησιμοποιούσαν ογκολίθους τόσο μεγάλους ώστε ούτε ένα ζευγάρι μουλάρια δεν μπορούσε να μετακινήσει αυτούς έστω και ελάχιστα! Έτσι έγινε βασιλιάς της Τίρυνθας ο Προίτος.

Ο Ακρίσιος παντρεύτηκε την Ευριδίκη κόρη του Λακεδαίμονα και γέννησε μια κόρη την Δανάη. Όταν γεννήθηκε η Δανάη ο πατέρας της Ακρίσιος πήρε χρησμό ότι θα σκοτωθεί από τον γιό της δηλαδή τον εγγονό του και έτσι όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, την κλείνει σε ένα υπόγειο χάλκινο δωμάτιο μαζί με την τροφό της. Ο Ζεύς όμως που είχε ερωτευτεί την Δανάη μεταμορφώνεται σε χρυσή βροχή και περνά μέσα στο δωμάτιο και γεννά μαζί της έναν γιό. Τον Περσέα!!! Έναν ήρωα Διογενή που θα γράψει και αυτός με χρυσά γράμματα το όνομά του από τους άθλους που θα επιτύχει!!! Αλλά για τον Περσέα θα κάνουμε εκτενή αναφορά σε επόμενο  κεφάλαιο.
Ο Προίτος με την Σθενέβοια απέκτησαν τρείς κόρες την Λυσίππη, Ιφινόη και Ιφιάννασσα. Ο Σταγειρίτης λέει πως η Ιφινόη ήταν το ίδιο πρόσωπο με την Ιφιάννασσα άρα δύο ήταν οι κόρες του Προίτου. Αυτές λοιπόν οι κόρες δεν καταδέχονταν να συμμετέχουν στις τελετές προς τιμή του Διονύσου και για τον λόγο αυτό ο Θεός τους έριξε μανία που τις ανάγκασε να περιπλανούνται στην Αργεία πολιτεία, την Αρκαδία και γενικώς σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο να τρέχουν στις ερημιές και να διαπράττουν ασχήμιες και αδιαντροπιές. Τότε εμφανίστηκε ο Μελάμπους στον Προίτο και του είπε πως μπορεί να γιατρέψει την μανία των κοριτσιών του αρκεί να του παραχωρούσε ως επιβράβευση την μια του κόρη και το ένα τρίτο του βασιλείου του. Ο Προίτος όμως δεν δέχτηκε γιατί θεώρησε πολύ μεγάλο το τίμημα με αποτέλεσμα οι κόρες του να τρελαθούν ακόμη περισσότερο και μάλιστα να παρασύρουν μαζί τους και άλλες γυναίκες της περιοχής. Τόση ήταν η τρέλα που πολλές από αυτές σκότωναν τα παιδιά τους εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και έφευγαν στην εξοχή και τα βουνά. Εκ των πραγμάτων ο Προίτος δεν μπορούσε τίποτα άλλο να κάνει παρά να δεχθεί τους όρους του Μελάμποδος. Μόνο που τώρα του ζήτησε και ακόμη ένα τρίτο του βασιλείου του για λογαριασμό του αδερφού του στον οποίο θα έδινε και την άλλη του κόρη. Ο Προίτος φοβήθηκε τότε πως αν δεν δεχόταν και καθυστερούσε υπήρχε περίπτωση ο Μελάμπους να του ζητούσε ακόμη περισσότερα έτσι υποχώρησε στις απαιτήσεις του Μελάμποδος.Ποιος όμως ήταν ο Μελάμπους και πώς εμφανίστηκε στο Άργος; Αυτά στο επόμενο κεφάλαιο που ακολουθεί.

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

ΑΒΑΣ

Ο Άβας ήταν ο πρώτος που έτρεξε στον πατέρα του και τον πληροφόρησε για τον θάνατο του Δαναού και ήταν τόση η χαρά του Λυγκέα στο άκουσμα αυτό που δώρισε στον γιό του την ασπίδα που όπως λέγεται πρώτος αυτός κατασκεύασε αφού θεωρείτε και ο εφευρέτης της. Η «Άβαντεία ασπίς» ! ! !
 Ο Άβας την κρέμασε στο ιερό της Ήρας και καθιέρωσε αγώνες τα γνωστά Ηραία κατά τους οποίους ο νικητής την έπαιρνε και την περιέφερε στην πόλη συνοδευόμενος από πομπή.
Για την ασπίδα αυτή όμως άλλος λένε ήταν αυτός που την είχε και συγκεκριμένα κάποιος έφηβος που  έτρεψε σε φυγή ολόκληρο στράτευμα με την μαγική δύναμη της άσπίδος του, ή οποία αργότερα περιήλθε στον Δαναό, πού την ανήρτησε, αφιερώνοντας την στο Ηραίον του Αργούς.

Ό Λυγκεύς έτόλμησε να ξεκρεμάσει το αφιέρωμα και να το προσφέρει στον γιό του Άβαντα, ό όποιος μόνον με αυτή καθυπέταξε τους αντιπάλους του, διότι ή παρουσία της άσπίδος έτρεπε σε φυγή τους εχθρούς.
Με την παράδοση αυτή συνδεόταν και το πανάρχαιο έθιμο σύμφωνα με το όποιο οι νικητές των αγώνων του Αργούς ελάμβαναν εκτός από τον στέφανο και για έπαθλο μια ασπίδα.
Αυτή την παράδοση περί Άβαντείας άσπίδος χρησιμοποίησε εντέχνως ό Βιργίλιος, για να κολακεύσει τον αυτοκράτορα Αύγουστο, πού ένίκησε τόν Αντώνιο στο Ακτιο (31 π.Χ.).
Οι θεοί ετάχθησαν τάχα υπέρ του Οκταβιανού Αυγούστου και τον έκαναν ικανό να παραλαβή την θαυματουργή ασπίδα, την οποία ό Αινείας φεύγοντας από την Τροία κρέμασε στην πύλη του ναού τού Απόλλωνος στο Ακτιο.

 Ο Άβας ήταν πολεμοχαρής και είχε επιτύχει να εξουσιάζει πολλούς τόπους της Ελλάδος όπου σχεδόν παντού άφησε το όνομά του. Η Εύβοια λέγεται πως από αυτόν πήρε το όνομά της Εύβοια ή Αβαντίς. Έκτισε την Άβας της Φωκίδας, το Πελασγικό Άργος και όπως μας πληροφορεί ο Σταγειρίτης στην Ωγυγία ο Πίνδαρος από αυτόν ονομάζει το Άργος « Άβαντος Αγυϊάς».



Έσπερνε παντού τον τρόμο σε τέτοιο βαθμό ώστε οι διάφοροι λαοί που υποτάσσονταν σε αυτόν « έφριττον» λέει ο Σταγειρίτης, ακόμη και μετά τον θάνατό του ώστε όταν και μόνον έβλεπαν την ασπίδα του υποτάσσονταν. Από την γυναίκα του Ωκαλεία, κόρη του Μαντινέως, γέννησε δυο γιούς δίδυμους, τον Ακρίσιο και τον Προίτο.

Πέμπτη 13 Μαΐου 2010

ΔΑΝΑΪΔΕΣ, μέρος Β΄



Οι υπόλοιπες λοιπόν Δαναΐδες πιστές στον όρκο που έδωσαν στον πατέρα τους βασιλιά, έσφαξαν τους άνδρες τους και τους έκοψαν τα κεφάλια. Έθαψαν τα μεν σώματα, στην Λέρνη όπου εκεί γινόταν η Ανδροκτασία ( φόνος ανδρός, ανδροφονία), έτσι ονομάστηκε το κακό αυτό που έκαναν οι Δαναΐδες. Τα δε κεφάλια των φονευθέντων ανδρών τους, τα έφεραν στο Άργος προς τον πατέρα τους, ως απόδειξη της τήρησης του λόγου τους. Από τον φόνο που διέπραξαν τους καθάρισαν  ο Ερμής και η Αθηνά μετά από προσταγή του Διός, επειδή κανείς άλλος δεν ήθελε να τις καθαρίσει από ένα τέτοιο ανοσιούργημα!!! Μάλιστα μετά από αυτό το γεγονός κανείς δεν ήθελε να παντρευτεί τις κόρες του Δαναού. Κήρυξε λοιπόν αγώνες κατά τους οποίους όποιος νικούσε θα έπαιρνε γυναίκα του μια Δαναΐδα χωρίς καμία άλλη υποχρέωση. Κάποιοι άλλοι λένε πως ο Λυγκεύς της Υπερμνήστρας σκότωσε και τον Δαναό αλλά και τις κόρες του. Όμως από άλλες πηγές μαθαίνουμε πως ο Δαναός τελικά με την θέλησή του δέχεται ως γαμπρό του τον Λυγκέα.

«... αὕτη γὰρ Λυγκέα διέσωσε παρθένον αὐτὴν φυλάξαντα· διὸ καθείρξας αὐτὴν Δαναὸς ἐφρούρει. αἱ δὲ ἄλλαι τῶν Δαναοῦ θυγατέρων τὰς μὲν κεφαλὰς τῶν νυμφίων ἐν τῇ Λέρνῃ κατώρυξαν, τὰ δὲ σώματα πρὸ τῆς πόλεως ἐκήδευσαν. καὶ αὐτὰς ἐκάθηραν Ἀθηνᾶ τε καὶ Ἑρμῆς Διὸς κελεύσαντος. Δαναὸς δὲ ὕστερον Ὑπερμνήστραν Λυγκεῖ συνῴκισε, τὰς δὲ λοιπὰς θυγατέρας εἰς γυμνικὸν ἀγῶνα τοῖς νικῶσιν ἔδωκεν…» ( Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Β΄, κεφ. 1,  παραγρ. 5)

Οι Δαναΐδες μετά τον θάνατό τους τιμωρήθηκαν στον Τάρταρο να κουβαλούν νερό σε ένα μεγάλο πιθάρι όπου δεν είχε πάτο. Και αενάως έκαναν την ίδια μάταιη κίνηση γι΄αυτό το ρητό  «εις των Δαναΐδων πίθον υδροφορείν» σημαίνει τις μάταιες προσπάθειες.  Ο Λυγκέας που σώθηκε από το μεγάλο κακό, οδηγήθηκε μετά από τις υποδείξεις της Υπερμνήστρας,  σε έναν συγκεκριμένο τόπο και άναψε φωτιά για να της φανερώσει πως όλα καλώς έχουν και έχει σωθεί. Το ίδιο έκανε και αυτή προς αυτόν. Στο σημείο αυτό οι Αργείοι αργότερα εόρταζαν γιορτή κατά την οποία κρατούσαν πυρσούς σε ανάμνηση του γεγονότος. Και ο τόπος προς τιμή του Λυγκέα ονομάσθηκε Λυγκεία και κατόπιν Λυρκεία, από τον Λύρκο απόγονο του Λυγκέα, που κατοικούσε σε εκείνο το μέρος.

«… καὶ ἡνίκα ἐσώθη, πυρσὸν ἀνέσχεν ἐντεῦθεν. συνέκειτο δὲ ἄρα αὐτῷ πρὸς τὴν Ὑπερμήστραν ἀνασχεῖν τὸν πυρσόν, ἢν διαφυγὼν Δαναὸν ἐς ἀσφαλὲς ἀφίκηταί ποι: τὴν δὲ καὶ αὐτὴν ἀνάψαι λέγουσιν ἕτερον ἀπὸ τῆς Λαρίσης, δῆλα καὶ ταύτην ποιοῦσαν ὅτι ἐν οὐδενὶ οὐδὲ αὐτὴ καθέστηκεν ἔτι κινδύνῳ. ἐπὶ τούτῳ δὲ Ἀργεῖοι κατὰ ἔτος ἕκαστον πυρσῶν ἑορτὴν ἄγουσι. τὸ δὲ χωρίον τότε μὲν Λυγκεία ἐκαλεῖτο, οἰκήσαντος δὲ ὕστερον ἐν αὐτῷ Λύρκου--παῖς δὲ ἦν Ἄβαντος νόθος-- τὸ ὄνομα δι' αὐτὸν ἔσχηκε…» ( Παυσανία Κορινθιακά, κεφ. 25,παραγρ. 4-5)


Η Υπερμνήστρα η οποία παραπέμφθηκε να κριθεί μπροστά στους Αργείους για την παρακοή στον πατέρα της και η οποία με σύνεση απολογήθηκε, δικαιώθηκε. Ο τόπος όπου έγινε η κρίση αυτή ονομάσθηκε Κριτήριον και κτίσθηκε ένα ιερό προς τιμήν της Πειθούς Αρτέμιδος.

«…τὸ δὲ τῆς Ἀρτέμιδος ἱερὸν ἐπίκλησιν Πειθοῦς, Ὑπερμήστρα καὶ τοῦτο ἀνέθηκε νικήσασα τῇ δίκῃ τὸν πατέρα ἣν τοῦ Λυγκέως ἕνεκα ἔφυγε…»(Παυσανία Κορινθιακά, κεφ. 21,παραγρ.1)

Ο Δαναός προς εξιλέωση έδωσε με την ευχή του ως γυναίκα την Υπερμνήστρα στον Λυγκέα απ’ τους οποίους γεννήθηκε ο Άβας.

«…Λυγκεὺς δὲ μετὰ Δαναὸν Ἄργους δυναστεύων ἐξ Ὑπερμνήστρας τεκνοῖ παῖδα Ἄβαντα…» ( Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Β΄, κεφ. 2,  παραγρ. 1)

Και μετά τον θάνατο του Δαναού λαμβάνει την βασιλεία του Άργους ο Λυγκεύς. Ο Δαναός έζησε αρκετά χρόνια ακόμη και πέθανε σε βαθιά γεράματα. Οι Αργείοι έθαψαν αυτόν με μεγάλες τιμές και μάλιστα ονομάστηκαν Δαναοί εξ’ αυτού. Έστησαν μάλιστα ανδριάντα του στους Δελφούς γιατί τέτοια ήταν η τιμή που του απέδιδαν!!!