«Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται».


Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

ΘΗΣΕΑΣ ΚΑΙ ΠΕΙΡΙΘΟΥΣ


φωτό

Επανερχόμενοι λοιπόν στον Θησέα άς δούμε πως αναπτύχθηκε η φιλία του με τον Πειρίθου, μια φιλία που τον οδήγησε δέσμιο για κάποια χρόνια στον Κάτω Κόσμο.

Σχεδόν στην ηλικία των πενήντα χρόνων ο Θησέας λέγεται πως ενεπλέχθη στην υπόθεση της αρπαγής της Ωραίας Ελένης, η οποία βεβαίως τότε ήταν ακόμη ανήλικη. Στην υπόθεση αυτή δεν ήταν μόνος του αλλά με τον φίλο του Πειρίθου, τον βασιλιά των Λαπιθών της Θεσσαλίας και γιό του Ιξίονα και της Δίας. Και η μεταξύ τους φιλία είχε πραγματοποιηθεί μερικά χρόνια νωρίτερα όταν ο Πειρίθους που είχε ακούσει για τα κατορθώματα του Θησέα θέλοντας να τον γνωρίσει και ιδίοις όμμασι να διαπιστώσει την αξία του κατέβηκε στην Αττική και έκλεψε τα κοπάδια των βοών από τον Μαραθώνα. Στην καταδίωξη από τον Θησέα, ο Πειρίθους όχι μόνον δεν ετράπη σε φυγή αλλά σταμάτησε και τον περίμενε. Στην συνάντηση των δύο ανδρών συνέβη το εξής όπως το περιγράφει ο Πλούταρχος στους Παράλληλους Βίους, στο κεφάλαιο περί Θησέως:

«…ὡς δὲ εἶδεν ἅτερος τὸν ἕτερον καὶ τὸ κάλλος ἐθαύμασε καὶ τὴν τόλμαν ἠγάσθη, μάχης μὲν ἔσχοντο, Πειρίθους δὲ πρότερος τὴν δεξιὰν προτείνας ἐκέλευσεν αὐτὸν γενέσθαι δικαστὴν τὸν Θησέα τῆς βοηλασίας· ἑκὼν γὰρ ὑφέξειν ἣν ἂν ὁρίσῃ δίκην ἐκεῖνος· Θησεὺς δὲ καὶ τὴν δίκην ἀφῆκεν αὐτῷ καὶ προὐκαλεῖτο φίλον εἶναι καὶ σύμμαχον· ἐποιήσαντο δὲ τὴν φιλίαν ἔνορκον…»( Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Θησέας, κεφ. 30, παραγρ. 1)

Δηλαδή, μόλις είδαν ο ένας τον άλλο τόσο πολύ εθαύμασαν αλλήλους για το θάρρος και την τόλμη που επέδειξαν σε μια επικείμενη μονομαχία, ώστε έμειναν για αρκετή ώρα αμίλητοι αλληλοθαυμαζόμενοι και πρώτος ο Πειρίθους πρότεινε την δεξιά σε ένδειξη φιλίας και ζήτησε από τον Θησέα να του επιβάλει όποια τιμωρία θεωρούσε εκείνος δίκαιη για την πράξη του. Ο Θησέας σαφώς τον συγχώρησε και απεδέχθη την φιλία του την οποία μάλιστα έδεσαν με όρκο.

φωτό
Ο όρκος αυτός που έδωσαν οι δυο άνδρες μετά από λίγο καιρό φάνηκε αρκετά χρήσιμος αφού η συμπαράσταση του Θησέα στην μάχη των Λαπιθών κατά των Κενταύρων ήταν ουσιαστική και καίρια !!!  Αφορμή για την μάχη αυτή ήταν οι γάμοι του Πειρίθου με την Δηϊδάμεια ή αλλιώς Ιπποδάμεια στον οποίο ως προσκεκλημένοι οι Κένταυροι απ’ το πολύ κρασί που είχαν καταναλώσει παρενοχλούσαν τις γυναίκες των Λαπιθών αλλά και γενικώς φέρονταν με πολύ άσχημο τρόπο στους παρευρισκομένους. Έτσι ξεκίνησε η διαμάχη που κατέληξε στον μεταξύ τους πόλεμο και την νίκη των Λαπιθών τη συμβολή του Θησέως!

«…ἐτύγχανε δὲ καὶ τοὺς Κενταύρους κεκληκὼς ἐπὶ τὸ δεῖπνον. ὡς δὲ ἠσέλγαινον ὕβρει καὶ μεθύοντες οὐκ ἀπείχοντο τῶν γυναικῶν, ἐτράποντο πρὸς ἄμυναν οἱ Λαπίθαι· καὶ τοὺς μὲν ἔκτειναν αὐτῶν, τοὺς δὲ πολέμῳ κρατήσαντες ὕστερον ἐξέβαλον ἐκ τῆς χώρας, τοῦ Θησέως αὐτοῖς συμμαχομένου καὶ συμπολεμοῦντος…» (Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Θησέας, κεφ. 30, παραγρ. 3)

Στην  υπόθεση λοιπόν με την αρπαγή της Ελένης, οι δύο άνδρες που είχαν έρθει στην Σπάρτη βρήκαν την ανήλικη κόρη να χορεύει στο Ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος και την έκλεψαν ! 

Μάλιστα αποφάσισαν πως δια κλήρου θα γινόταν γυναίκα εκείνου που θα την λάχαινε και ο άλλος θα τον βοηθούσε να πάρει γυναίκα του άλλη κοπέλα από άλλο τόπο. Και όντως ο λαχνός έτυχε του Θησέα ο οποίος σεβάστηκε την ανήλικη κόρη την οποία έφερε στις Αφίδνες όπου κατοικούσε η μητέρα του Αίθρα, για να την προσέχει. 


Ο Πειρίθους τότε θέλησε για γυναίκα του την Περσεφόνη και ζήτησε από τον Θησέα να τον συνοδεύσει στην προσπάθειά του να την κλέψει από τον Πλούτωνα τον Θεό του Άδη, κάτι που αποδέχθηκε ο Θησέας αφού έτσι είχε υποσχεθεί στον φίλο του. Βεβαίως η προσπάθεια αυτή ουδόλως καλή κατάληξη είχε, αφού ο Άδης, βασιλιάς του κάτω κόσμου, τους συνέλαβε και τους κράτησε δέσμιους, μέχρι που ο Ηρακλής κατά την διάρκεια του δωδέκατου άθλου του, αρπαγή του Κέρβερου, τους συνάντησε αλυσοδεμένους και τον μεν Θησέα επέτυχε να ελευθερώσει, τον δε Πειρίθου δεν πρόλαβε. ( Η αναφορά έχει γίνει στο κεφάλαιο Τίρυνς και στην παράγραφο περί κατορθώματος Ηρακλέως «Ο Κέρβερος από τον  Άδη»).

«…Θησεὺς δὲ μετὰ Πειρίθου παραγενόμενος εἰς Ἅιδου ἐξαπατᾶται, καὶ <ὃς> ὡς ξενίων μεταληψομένους πρῶτον ἐν τῷ τῆς Λήθης εἶπε καθεσθῆναι θρόνῳ, ᾧ προσφυέντες σπείραις δρακόντων κατείχοντο. Πειρίθους μὲν οὖν εἰς ἀίδιον δεθεὶς ἔμεινε, Θησέα δὲ Ἡρακλῆς ἀναγαγὼν ἔπεμψεν εἰς Ἀθήνας…» (Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Επιτομή κεφ. 1, παραγρ. 24)

Αλλά στον Πλούταρχο διαβάζουμε:

«…αὐτὸς δὲ Πειρίθῳ τὴν ὑπουργίαν ἀποδιδούς, εἰς Ἤπειρον συναπεδήμησεν ἐπὶ τὴν Ἀϊδωνέως θυγατέρα τοῦ Μολοσσῶν βασιλέως, ὃς τῇ γυναικὶ Φερσεφόνην ὄνομα θέμενος, Κόρην δὲ τῇ θυγατρί, τῷ δὲ κυνὶ Κέρβερον, ἐκέλευε τούτῳ διαμάχεσθαι τοὺς μνωμένους τὴν παῖδα καὶ λαβεῖν τὸν κρατήσαντα. τοὺς μέντοι περὶ τὸν Πειρίθουν οὐ μνηστῆρας ἥκειν, ἀλλ᾽ ἁρπασομένους πυνθανόμενος συνέλαβε· καὶ τὸν μὲν Πειρίθουν εὐθὺς ἠφάνισε διὰ τοῦ κυνός, τὸν δὲ Θησέα καθείρξας ἐφύλαττεν…»(Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Θησέας, κεφ. 31, παραγρ. 4).   

Δηλαδή:  οι δυο φίλοι πήγαν στην Ήπειρο για να πάρουν την κόρη του βασιλιά των Μολοσσών, Αϊδωνέως, που την μεν γυναίκα του ονόμαζε Περσεφόνη την δε θυγατέρα του Κόρη και τον σκύλο του, Κέρβερο. Υποχρέωνε δε όλους όσους ήθελαν να παντρευτούν την κόρη του να μάχονται πρώτα με αυτόν. Όταν όμως άκουσε πως ο Πειρίθους με τον Θησέα έρχονται να αρπάξουν την κόρη αντί να την ζητήσουν, τους συνέλαβε και τον μεν Πειρίθου τον έριξε στον σκύλο του Κέρβερο οποίος τον κατασπάραξε, τον δε Θησέα τον φυλάκισε.

Πολύ πιθανότερη φυσικά φαίνεται μια τέτοια εκδοχή, παρά του να κατέβηκαν οι δύο φίλοι στον Άδη. Τώρα βέβαια όλα φαίνεται να έχουν την σημασία τους, όπως πέρασαν στην παράδοση και έμειναν στην μνήμη του κόσμου, αλλά η ουσία είναι ότι τα κατορθώματα και οι άθλοι των ηρώων σαφώς και πήραν διαστάσεις διάφορες εκ του γεγονότος της ιδιαίτερης και τεραστίας αξίας αυτών των ίδιων των Ηρώων, κάτι που φαίνεται λογικότατο στο μυαλό των απλών ανθρώπων !!!