«Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται».


Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Επίλογος για Επίδαυρο



Μια άλλη αναφορά, σχετικά με την Επίδαυρο συναντάμε στον Παυσανία όπου κάνει λόγο για οικοδόμημα όμοιο με πυραμίδα. Σ’ αυτό υπάρχουν ανάγλυφες παραστάσεις αργολικών ασπίδων, που συσχετίζονται με τον Ακρίσιο και τον Προίτο όταν οι δύο τους μάχονταν για την εξουσία του Άργους. Είναι η περίφημη μονομαχία όπου κανείς από τους δύο δεν επέτυχε να επικρατήσει επί του άλλου! Μάλιστα όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας αυτή η μάχη, κατά πως έλεγαν από την παράδοση, είναι η πρώτη όπου χρησιμοποιήθηκαν ασπίδες. 
 Αυτό το κτίσμα λοιπόν είναι αφιερωμένο στους εκεί πεσόντες κατά την διάρκεια εκείνης της μάχης, όπου στην ουσία και εκ των δύο πλευρών οι μαχόμενοι ήσαν ή συμπολίτες ή συγγενείς !!!
Η πυραμίδα για την οποία κάνει λόγο ο Παυσανίας

«’Ερχόμενος δέ ἐξ’ Άργους ἐς τήν  Έπιδαυρίαν ἐστίν οἰκοδόμημα ἐν δεξιᾶ πυραμίδι μάλιστα εἰκασμένον,  ἒχει δέ ἀσπίδας σχῆμα Ἀργολικάς ἐπειργασμένας. Ἐνταῦθα Προίτῳ περί τῆς ἀρχῆς πρός Ἀκρίσιον μάχη γίνεται, καί τέλος μέν ἲσον τῷ αγῷνι συμβῆναί φασι καί ἀπ’ αὐτοῦ διαλλαγάς ὓστερον, ὡς οὐδέτεροι βεβαίως κρατεῖν ἐδύνατο, συμβάλλειν δέ σφᾶς λέγουσιν ἀσπίσι πρῶτον τότε καί αὐτούς καί τό στράτευμα ὡπλισμένους. Τοῖς δέ πεσοῦσιν ἀφ’ ἑκατέρων – πολῖται γάρ καί συγγενεῖς ἦσαν – ἐποιήθη ταύτη μνῆμα ἐν κοινῶ.»  ( Παυσανίας Β’ 25, 7 ). 

Κάτοψη της Πυραμίδας του Ασκληπιείου

Επίσης ο Παυσανίας ( Κορινθιακά 25, 10 ), μας λέει πως κοντά στην Επίδαυρο βρίσκεται η κώμη Λήσσα όπου υπάρχει ναός της Αθηνάς, με ξόανο που καμιά διαφορά δεν έχει από εκείνο της Λάρισας, του Άργους. Πάνω δε από την πόλη, είναι το βουνό Αραχναίο το οποίο παλαιότερα λεγόταν «σάπυς ελάτων» και έχει ονομασθεί έτσι από την εποχή του Ινάχου. Εκεί υπάρχουν και βωμοί του Δία και της Ήρας, όπου προσφέρονται θυσίες όταν χρειάζονται βροχή.
Στην πόλη αυτή πληροφορούμαστε από τον Παυσανία, πως βρίσκονταν τα σύνορα της Αργολίδος με την Επίδαυρο. ( Κορινθιακά 26, 1 ). Ακόμη μαθαίνουμε ότι το απέναντι από την Επίδαυρο νησί, η Αίγινα κατοικήθηκε από Επιδαύριους επί εποχής Δηιφόντη. Τότε καθιέρωσε στους εκεί κατοίκους τα ήθη και έθιμα αλλά και την διάλεκτο των Δωριέων. ( Παυσανίας Κορινθιακά, 29, 5 ).

«…οὐ πόρρω τοῦ Κρυπτοῦ θέατρόν έστι θέας
 ἂξιον, κατά τό Ἐπιδαυρίων μάλιστα μέγεθος και ἐργασίαν τήν λοιπήν, τούτου δέ  οὐ ὂπισθεν ᾠκοδόμηται σταδίου πλευρά μία, ἀνέχουσά τε αὐτή τό θέατρον καί ἀντί ἐρείσματος ἀνάλογον ἐκείνῳ χρωμένη.» ( Παυσανίας, Κορινθιακά 29, 11 ).

Υπάρχει δηλαδή σε μικρή απόσταση από το λιμάνι Κρυπτό της Αίγινας, ένα θέατρο που είναι όμοιο στην κατασκευή και το μέγεθός του, με εκείνο της Επιδαύρου. Πίσω δε από αυτό είναι χτισμένη η μια πλευρά ενός σταδίου, που στηρίζει το θέατρο, αλλά και η ίδια χρησιμοποιεί το θέατρο ως στήριγμα.

 (Παυσανίας 6,1,15)

Ο Παυσανίας μας λέει πως ο Άσιος ο Σάμιος (ποιητής από την Σάμο του 7ου π.Χ. αι. ), είχε γράψει ότι οι Επιδαύριοι με τον Πιτυρέα μετά την παράδοση της Επιδαύρου στον Δηιφόντη και τους Αργείους, βρέθηκαν στην Αττική. Τον Πιτυρέα διαδέχθηκε ο γιός του Προκλής ο οποίος με τους Επιδαυρίους πήγε στην Σάμο όπου δημιούργησαν αποικία. Επί της βασιλείας του γιού του Προκλέους, Λεωγόρου δέχθηκαν την επίθεση των Εφεσίων. Ο Άνδροκλος και οι Εφέσιοι εκστράτευσαν εναντίον τους στο νησί, και μετά από μάχη νίκησαν τους έποικους Επιδαυρίους και τους έδιωξαν από την Σάμο. 
 Στο παρόν απόσπασμα βλέπουμε επίσης την επιβεβαίωση ως προς το γένος του Πιτυρέως το οποίο κατάγεται από τον Ίωνα τον γιό του Ξούθου, όπως παραπάνω έχει εξιστορηθεί.
Ο  αναφερόμενος Άνδροκλος, ήταν γιός του Κόδρου και εποικιστής της Εφέσου και της λοιπής Ιωνίας, όπως  της Αιολίδας γης. Καθιέρωσε εκεί την λατρεία της Δήμητρος και της Αθηνάς και έκανε αιματηρούς αγώνες με τους Κάρες, τους Λέλεγες και τους Σάμιους. Ο τάφος του βρισκόταν στην Έφεσο και το βασιλικό γένος του εκθρονίστηκε από τον τύραννο Πυθαγόρα, όπως μας πληροφορεί το «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου» του Γιάννη Λάμψα, τόμος Α’ σελ. 358.    
Μετά τον Δηιφόντη δεν έχουμε πληροφορίες περί της Επιδαύρου, παρά μόνο από τα ιστορικά χρόνια και μετά. Έτσι σταματάμε την αφήγηση εδώ για να περάσουμε στην γειτονική Τροιζήνα και Ερμιόνη, μια περιοχή που θα έφερνε στο φώς ένα ακόμη ημίθεο τον ήρωα Θησέα!

ΔΗΙΦΟΝΤΗΣ ΚΑΙ ΥΡΝΗΘΩ


Όταν λοιπόν ο Πιτυρεύς παραδίδει στον Δηιφόντη την βασιλεία της Επιδαύρου εκείνος ήταν παντρεμένος με την Υρνηθώ, κόρη του Τήμενου που είχε πάρει την βασιλεία του Άργους. Ο Δηιφόντης ήταν γιός του Αντίμαχου που ήταν γιός του Ηρακλή, ενώ η Υρνηθώ απ’ τον πατέρα της Τήμενο ήταν τρισέγγονη του Ηρακλή. Μαζί απέκτησαν τον Αντιμένη, τον Ξάνθιππο, τον Αργείο και την Ορσοβία. 
Τόσο ο Δηιφόντης όσο και η Υρνηθώ ήσαν απόγονοι  του Ηρακλέους
«Δηιφόντης δ σν τος παισίν--γεγόνεσαν γρ κα παδες ατ πρότερον τι υο μν ντιμένης κα Ξάνθιππός τε κα ργεος, θυγάτηρ δ ρσοβία: ταύτην Πάμφυλον τν Αγιμίου λέγουσιν στερον γμαι …» (Παυσ. Κορινθιακά,κεφ. 28, παραγρ.6).
Ας δούμε όμως πιο διεξοδικά την  ιστορία του Δηιφόντη και της Υρνηθούς, της κόρης του Τήμενου που βασιλεύει στο Άργος.

 Ο Τήμενος αγαπούσε πολύ τον γαμπρό του Δηιφόντη, τον οποίο χρησιμοποιούσε ως σύμβουλό του σ’ όλες τις πολεμικές του επιχειρήσεις, κάτι που είχε προκαλέσει την ζήλια των γιών του και αδερφών της Υρνηθούς, Κείσου, Κερύνη, Φάλκη και Αγραίου. Άλλοι συγγραφείς κατονομάζουν τρείς γιούς τους Αργέλαο, Ευρύπυλο και Καλλία.
Αυτοί λοιπόν κανονίζουν μεταξύ τους πως ο μόνος τρόπος να σώσουν την βασιλεία από τα «χέρια» του Δηιφόντη, ήταν να δολοφονήσουν τον πατέρα τους, ούτως ώστε να μην προλάβει να καταστήσει διάδοχο τον γαμπρό του, ο οποίος είχε λάβει την περιοχή της Επιδαύρου όπου και ήταν κυβερνήτης της. Οι γιοί του Τημένου, οι Τημενίδες, για να πραγματώσουν τον σκοπό τους παίρνουν μισθοφόρους στρατιώτες από την Τιτάνη της Σικυώνας και έτσι δολοφόνησαν τον Τήμενο. Οι στρατιώτες όμως δεν ήθελαν τους Τημενίδες και έτσι αυτοί ήρθαν στην Επίδαυρο για να πάρουν πίσω την Υρνηθώ. Στα γεγονότα που ακολούθησαν και τα οποία αναφέρονται στο κεφάλαιο «Περί Άργους», σκοτώνεται από λάθος, η αδερφή των Τημενίδων από τα χέρια του Φάλκη. Ο δε Κερύνης, το ένα από τα παιδιά του Τημένου σκοτώνεται από τον Δηιφόντη. Ο Φάλκης καταφέρνει να ξεφύγει, όπως και οι άλλοι αδελφοί του,  Αγραίος και  Κείσος.
Εκεί που πέθανε η Υρνηθώ, η οποία ήταν και έγκυος, ο Δηιφόντης της έφτιαξε Ηρώο, ο δε τόπος ονομάσθηκε Υρνήθιον χωρίον και της αφιέρωσε τα εκεί υπάρχοντα δένδρα. Στον Παυσανία διαβάζουμε σχετικά:
« … τότε δ ναλαβόντες τν νεκρν τς ρνηθος κομίζουσιν ς τοτο τ χωρίον τ ν χρόνον ρνήθιον κληθέν.  καί ο ποιήσαντες ρον τιμς κα λλας δεδώκασι κα π τος πεφυκόσιν λαίοις, κα ε δή τι λλο δένδρον σω, καθέστηκε νόμος τ θραυόμενα μηδένα ς οκον φέρεσθαι μηδ χρσθαί σφισιν ς μηδέν, κατ χώραν δ' ατο λείπουσιν ερ εναι τς ρνηθος…» ( Παυσανίας Κορινθιακά κεφ. 28, παραγρ.6 -7 )
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο Δηιφόντης και η Υρνηθώ είχαν αποκτήσει τέσσερα παιδιά. Τον Αντιμένη, τον Ξάνθιππο, τον Αργείο και μια κόρη την Ορσοβία. Για την θυγατέρα έχουμε την πληροφορία από τον Παυσανία πως παντρεύεται τον γιό του Αιγίμου Πάμφυλο. Και στον Απολλόδωρο υπάρχει η πληροφορία ότι τα παιδιά του Αιγίμου, Πάμφυλος και Δύμας σκοτώθηκαν κατά την διάρκεια κάποιας μάχης στο Άργος, όταν είχαν συμμαχήσει με τους Ηρακλείδες. Στην μάχη εκείνη όπου σκοτώνεται ο Τισαμενός, ο γιός του Ορέστη, μας πληροφορεί ο Απολλόδωρος πως χάθηκαν και απ’ την πλευρά των Ηρακλειδών τα παιδιά του συμμάχου τους Αιγίμου, Πάμφυλος και Δύμας. Λέει συγκεκριμένα:
«…κα συμβαλόντες τος πολεμίοις κα τ πεζ κα τ ναυτικ προτεροσι στρατ, κα Τισαμενν κτείνουσι τν ρέστου. θνήσκουσι δ συμμαχοντες ατος ο Αγιμίου παδες, Πάμφυλος κα Δύμας…» (Απολλόδωρου Βιβλιοθήκη Β', κεφ.8,παραγρ.3)
Ο Φάλκης,  ένα από τα αδέρφια της Υρνηθούς, μετά τον φόνο της αδερφής τους, επιτέθηκε εναντίον της Σικυώνας, μαζί με τον ηγεμόνα Λακεστάδη, τον γιό του Ιππολύτου του Ροπάλου και δισέγγονο του Φαίστου, την κυρίευσαν όταν επί της Βασιλείας του πατέρα του Ιππολύτου ο Αγαμέμνων την είχε καταστήσει φόρου υποτελής στους Μυκηναίους. Αυτοί λοιπόν, Φάλκης και Λακεστάδης συμβασίλευσαν εκεί, όταν ο γιός του Τημένου κατέλαβε την Σικυώνα, χωρίς όμως να κάνει κακό στο Λακεστάδη επειδή κι’ αυτός ήταν απόγονος του Ηρακλή. Συγκεκριμένα διαβάζουμε στο Παυσανία, στα Κορινθιακά κεφάλαιο 6, παράγραφο 7 :
«μετ δ Ζεύξιππον τελευτήσαντα γαμέμνων στρατν γαγεν π Σικυνα κα τν βασιλέα ππόλυτον οπάλου παδα το Φαίστου: δείσας δ τν στρατν πιόντα ππόλυτος συνεχώρησεν γαμέμνονος κατήκοος κα Μυκηναίων εναι. ππολύτου δ ν τούτου Λακεστάδης. Φάλκης [ταμφάλκης] δ Τημένου καταλαβν νύκτωρ Σικυνα σν Δωριεσι κακν μν τε ρακλείδην κα ατν ποίησεν οδέν, κοινωνν δ σχε τς ρχς.…»