«Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται».


Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ ( μέρος Α')

Τα μήλα αυτά βρίσκονταν όπως μας πληροφορεί ο Απολλόδωρος ( Βιβλίο Β’κεφ.6, παραγρ.11), όχι όπως πολλοί πίστευαν στην Λιβύη, αλλά στον Άτλαντα των Υπερβορείων και  ήταν δώρο της Γαίας προς τον Δία όταν αυτός παντρεύτηκε την Ήρα.
«τατα δ ν, οχ ς τινες επον ν Λιβύ, λλ π το τλαντος ν περβορέοις Δι> γήμαντι ραν δωρήσατο…»
Φύλακας των χρυσών μήλων ήταν ένας αθάνατος δράκος γιός του Τυφώνα και της Έχιδνας που είχε εκατό κεφάλια και κραύγαζε με όλων των ειδών τους ήχους. «φύλασσε δ ατ δράκων θάνατος, Τυφνος κα χίδνης, κεφαλς χων κατόν·χρτο δ φωνας παντοίαις κα ποικίλαις...»
Μαζί με αυτόν ήταν και οι Εσπερίδες που κατά τον Ησίοδο είναι κόρες της Νύχτας αλλά από άλλους συγγραφείς αναφέρονται ως θυγατέρες του Δία και της Θέμιδος ή ακόμη του Φόρκυ και της Κητούς και τέλος λέγεται ότι ήταν κόρες του Άτλαντα γιού του Ιαπετού και της Κλυμένης αδερφού  του Προμηθέα, Επιμηθέα και Μενοίτιου των γνωστών Ιαπετιδών. Στη Τιτανομαχία ήταν αρχηγός των Τιτανιδών (γιων των Τιτάνων) και μάλιστα ο δυνατότερος και ο επιδεξιότερος, που όμως μετά τη νίκη του ο Δίας τον τιμώρησε για πάντα υποχρεώνοντας τον να φέρει στους ώμους του τον Ουράνιο θόλο.

 Ο αριθμός των Εσπερίδων δεν αναφέρεται πάντα ο ίδιος. Άλλοι λένε πως ήταν δυο, άλλοι τρείς και ο Απολλόδωρος στην Βιβλιοθήκη του (βιβλί Β΄, κεφ.5,παραγρ.11) τέσσερις τις οποίες μάλιστα ονομάζει: Η Αίγλη, η Ερύθεια, η Εσπερία και η Αρέθουσα: «…σπερίδες φύλαττον, Αγλη ρύθεια σπερία ρέθουσα…»
Πηγαίνοντας λοιπόν ο Ηρακλής για την πραγματοποίηση του άθλου του φθάνει στον ποταμό Εχέδωρο στην Κεντρική Μακεδονία τον σημερινό ονομαζόμενο Γαλλικό ποταμό, ο οποίος στην κοίτη του είχε κοιτάσματα χρυσού. Μάλιστα την ονομασία Γαλλικός την πήρε επί ρωμαϊκής κυριαρχίας όταν στην αποικία που υπήρχε εκεί τον 1ο αι. μ. Χ. , Callicum ονομαζόταν το κόσκινο από δέρμα κατσίκας, με το οποίο συνέλεγαν τη χρυσόσκονη. Εκεί έγινε η συνάντηση του Ηρακλή με τον Κύκνο και η γνωστή μονομαχία.
Ο Κύκνος  ήταν γιος του Άρη και εχθρός του Απόλλωνα. Γι’ αυτό έστηνε καρτέρι σε αυτούς που πήγαιναν στους Δελφούς και τους άρπαζε τα αναθήματα που επρόκειτο να χαρίσουν στο θεό και έκλεβε από τις εκατόμβες που ήταν προορισμένες για τις θυσίες. Μετά αποκεφάλιζε τα θύματά του και μάζευε τα κρανία τους για να χτίσει ναό στον πατέρα του.( Εδώ βλέπουμε μια σχετική με αυτήν του Ανταίου, θα τον βρούμε πιο κάτω, τακτική , που φανερώνει αναμφίβολα πως υπήρχαν κάποια ανθρωποειδή όντα τα οποία ήταν απολύτως άγρια με ακραίες εκδηλώσεις βαρβαρότητας  και σαφώς μη εντασσόμενα στις ανθρώπινες κοινωνίες. Αυτούς ο Ηρακλής-Διογενής είχε ως καθήκον και θεϊκό προορισμό να τους αφανίσει.) 

Ο Κύκνος όταν έβλεπε έναν ξένο τον καλούσε σε μονομαχία το ίδιο έκανε και με τον Ηρακλή. Έτσι ετοιμάστηκαν και οι δυο για τον αγώνα. Ο Ηρακλής φορούσε μια πανοπλία που του την είχε φτιάξει ο Ήφαιστος και τον προστάτευε η Αθηνά ενώ τον Κύκνο τον προστάτευε ο πατέρας του ο Άρης. Αποφασισμένοι και οι δυο, με τις ασπίδες μπροστά και τα δόρατα στο χέρι άρχισαν τα κονταροχτυπήματα. Εκείνη τη στιγμή βρόντηξε ο Δίας ψηλά στον Ουρανό και άφησε να πέσουν αιμάτινες σταγόνες στη γη, σημάδι πολέμου και ενθάρρυνση για το γιο του . Αφού κτυπήθηκαν κάμποση ώρα ο Ηρακλής  χτύπησε στον αυχένα τον Κύκνο και τον ξάπλωσε νεκρό.  «…Κύκνος δ ρεος κα Πυρήνης ες μονομαχίαν ατν προεκαλετο. ρεος δ τοτον κδικοντος κα συνιστάντος μονομαχίαν, βληθες κεραυνς μέσος μφοτέρων διαλύει τν μάχην…» Αναφέρει σχετικά ο Απολλόδωρος (Βιβλίο Β΄, κεφ.5,παραγρ.11)
Όταν είδε ο Άρης το γιο του νεκρό όρμησε ο ίδιος εναντίον του Ηρακλή  και παραλίγο να τον σκοτώσει αλλά η Αθηνά έκανε το δόρυ του να αστοχήσει και έτσι γλύτωσε ο ήρωας. Ο Ηρακλής με τη σειρά του όρμησε στον Άρη και τον τραυμάτισε στο μηρό. Μετά από αυτό ο Άρης έφυγε για τον Όλυμπο.
Στην συνέχεια ο Ηρακλής διέσχισε την Ιλλυρία και περνώντας τον Ηριδανό ποταμό έφθασε στις Νύμφες κόρες του Διός και της Θέμιδος τις οποίες τις ρώτησε που πρέπει να πάει για να βρει τα Χρυσά Μήλα. Εκείνες του είπαν πως ο μόνος που μπορούσε να του πει ήταν ο Νηρέας.  Στην Ελληνική Μυθολογία ο Νηρέας,  φέρεται ως πρωτότοκος γιος του Πόντου και της Γαίας (Ησίοδος) και κατ’ άλλους του Ωκεανού και της Τηθύος. Συνήθης κατοικία του είναι ένα λαμπρό σπήλαιο, ή ένα φωτεινό ανάκτορο που βρίσκεται στα βάθη των Ωκεανών.
Ο Νηρέας ήταν  θαλάσσια θεότητα προγενέστερη του Ποσειδώνα. Οι αρχαίες ελληνικές παραδόσεις και σχεδόν όλοι οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές και καλλιτέχνες παρουσιάζουν τον Νηρέα ως γέροντα μειλίχιο αγαθό και αξιαγάπητο. Σύζυγός του ήταν η Ωκεανίδα Δωρίς με την οποία απέκτησε το πολυάριθμο γένος των Νηρηίδων τις ωραιότατες κόρες πενήντα σε αριθμό ή εκατό κατά νεώτερες παραδόσεις. Ο Νηρέας είχε το χάρισμα της μαντικής, λέγεται ότι προείπε στον Πάρι όταν απήγαγε την Ελένη τον όλεθρο της πατρίδας του συνεπεία της κακής του πράξης. Όπως όλες οι θαλάσσιες θεότητες μπορούσαν να μεταμορφώνονται έτσι και ο Νηρέας μεταμορφωνόταν σε περίεργα και απίθανα σχήματα.
Ο Ηρακλής λοιπόν πήγε στον Νηρέα τον οποίο έπιασε την ώρα που κοιμόταν, τον έδεσε και δεν τον ελευθέρωνε αν δεν τον πληροφορούσε που θα έβρισκε τα Χρυσά Μήλα των Εσπερίδων.

«…βαδίζων δ δι λλυριν, κα σπεύδων π ποταμν ριδανόν, κε πρς νύμφας Δις κα Θέμιδος. αται μηνύουσιν ατ Νηρέα. συλλαβν δ ατν κοιμώμενον κα παντοίας ναλλάσσοντα μορφς δησε, κα οκ λυσε πρν μαθεν παρ ατο πο τυγχάνοιεν τ μλα κα α σπερίδες…» Απολλόδωρος (Βιβλίο Β΄, κεφ.5,παραγρ.11)

Πραγματικά εκείνος του αποκάλυψε αυτό που ήθελε και έτσι ο Ηρακλής τον ελευθέρωσε και ξεκίνησε για την χώρα των Εσπερίδων. Στην συνέχεια πέρασε από την Λιβύη όπου βασίλευε ο Ανταίος, κοντά στη λίμνη Τριτωνίδα, γιος του Ποσειδώνα και της Γης. Ήταν ένα γίγαντας εξήντα πήχεις ψηλός. Είχε τεράστια δύναμη που φαινόταν να μην τον εγκαταλείπει ποτέ, γιατί όσο πατούσε τη μητέρα του τη Γη έπαιρνε δυνάμεις. Ήταν όμως άγριος βασιλιάς και διψασμένος για αίμα. Μόλις κανένας ξένος ερχόταν στη χώρα του τον προκαλούσε σε πάλη και τον σκότωνε. Τα κρανία των σκοτωμένων τα μάζευε για να χτίσει με αυτά ένα ναό στον πατέρα του. Όταν ο Ηρακλής έφτασε στην πόλη του Ανταίου θέλησε να τον συναντήσει και να αναμετρηθεί μαζί του. Ο Ανταίος δέχτηκε πρόθυμα να παλέψει με τον Ηρακλή γιατί ήταν σίγουρος για τη νίκη του. Ο Ηρακλής όμως  δεν ήταν εύκολο θύμα για τον Ανταίο, αλλά  και ο Ανταίος δεν μπορούσε να νικηθεί όσο πατούσε στη Γη και έπαιρνε συνεχώς καινούριες δυνάμεις. Γι’ αυτό και ο Ηρακλής έπρεπε με κάθε τρόπο να διακόψει την επαφή του με τη Γη. Τον έπιασε λοιπόν στα μπράτσα του και τον  σήκωσε ψηλά στον αέρα. Εκείνη τη στιγμή ο Ανταίος είχε χάσει τις δυνάμεις του, ο Ηρακλής τον έσφιξε ανάμεσα στα μπράτσα του και του τσάκισε τα κόκαλα. Μετά από λίγο ο γίγαντας ξεψύχησε. Ο Ηρακλής πήρε τον Ανταίο και τον έθαψε. Χρόνια μετά οι κάτοικοι της περιοχής έδειχναν το μνήμα του που είχε σχήμα ανθρώπου που κοιμάται ανάσκελα.
«…τούτ παλαίειν ναγκαζόμενος ρακλς ράμενος μμασι μετέωρον κλάσας πέκτεινε· ψαύοντα γρ γς σχυρότερον συνέβαινε γίνεσθαι, δι κα Γς τινες φασαν τοτον εναι παδα…» Απολλόδωρος (Βιβλίο Β΄, κεφ.5,παραγρ.11)

Ο Ηρακλής μετά την πάλη του με τον Ανταίο ήταν κουρασμένος και έπεσε να κοιμηθεί. Τότε ήρθαν οι Πυγμαίοι, ένας λαός από μικρούτσικα ανθρωπάκια που τα είχε γεννήσει η Γη και ήταν αδέλφια του Ανταίου για να εκδικηθούν το θάνατο του Ανταίου. Είχαν μαζί τους μικροσκοπικά όπλα και άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω στον Ηρακλή. Ο Ηρακλής σε λίγο ξύπνησε και μόλις τους είδε έβαλε τα γέλια. Άπλωσε τα χέρια του, τους μάζεψε όλους μέσα στη λεοντή του και τους πήγε στον Ευρυσθέα.
Μετά την Λιβύη ο Ηρακλής μπήκε στην χώρα της Αιγύπτου. Εκεί βασιλιάς ήταν ο Βούσιρις που ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Λυσιάνασσας, κόρης του Έπαφου γιού της Αργείας Ιούς και του Διός. Ο Βούσιρις ήταν ένας άγριος βασιλιάς, εχθρός κάθε ξένου που έφτανε στη χώρα του. Κάθε ταξιδιώτη ή επισκέπτη που περνούσε τα σύνορα της Αιγύπτου τον έπιανε και τον οδηγούσε στην πόλη Μέμφιδα που ήταν το περίφημο ιερό του Δία. Του έλεγε ότι θα τον μυούσε στη λατρεία του ιερού και δεμένο τον έβαζε πάνω στο βωμό του θεού. Αλλά μετά ερχόταν ο ίδιος με τους ιερείς και την ακολουθία του, τον έσφαζε και τον πρόσφερε θυσία στο Θεό. Αυτή η συνήθεια, να θυσιάζει τους ξένους, δεν υπήρχε πάντα στην Αίγυπτο, αλλά καθιερώθηκε για τον εξής λόγο: Κάποτε είχε πέσει μεγάλη ανομβρία στη χώρα, τα χωράφια είχαν ερημωθεί, τα δέντρα ξεραίνονταν και στη γη δε φύτρωνε το χρυσό στάρι. Πέρασαν εννέα χρόνια μεγάλης δυστυχίας και ο κόσμος άρχισε να φωνάζει. Δεν είχε πια τίποτα να φάει και πέθαιναν κατά χιλιάδες. Ο Βούσιρις δεν ήξερε τι να κάνει γι’ αυτό έστειλε ανθρώπους του στην Κύπρο να πάνε να φέρουν το μάντη Φράσιο.
Αυτός τους συμβούλεψε για να σταματήσει η ανομβρία στη χώρα τους θα πρέπει κάθε χρόνο να θυσιάζουν έναν ξένο. Ο Βούσιρις υπακούοντας το Φράσιο, τον έπιασε και τον θυσίασε πρώτο και συνέχισε τις ανθρωποθυσίες κάθε χρόνο.