«Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται».


Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Μέρος Γ')

Εκεί βρήκε τα πράγματα πολύ άσχημα! Η γυναίκα του τον απατούσε όχι μονάχα με τον επίτροπο που είχε αφήσει στην θέση του, τον Κομήτη γιό του Σθενέλου, αλλά και με τον κάθε τυχόντα όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην Ωγυγία ο Σταγειρίτης. Και αυτό ήταν αποτέλεσμα της Αφροδίτης η οποία για να τον εκδικηθεί που την τραυμάτισε έριξε την μανία αυτή στην γυναίκα του. Λέγεται όμως πως ο Οίακας ο αδερφός του Παλαμήδη κατά προτροπή του πατέρα του Ναυπλίου ( λόγω της εκδίκησης που ήθελε να πάρει όπως είπαμε), γυρνούσε και διέβαλε τους αρχηγούς των Ελλήνων στις γυναίκες τους, ότι φέρνουν από την Τροία άλλες γυναίκες. Η γυναίκα του Διομήδη τότε σε συμφωνία με τον Κομήτη τον κυνήγησαν να τον σκοτώσουν και εκείνος κατέφυγε ικέτης στο άσυλο της Ήρας. Από εκεί έφυγε νύκτα στην Ιταλία προς τον Δαύνο.
Άλλοι πάλι λένε ότι όταν έμαθε αυτά που έκανε η γυναίκα του την μίσησε τόσο πολύ ώστε σηκώθηκε και έφυγε. Και ήταν τότε που πήγε στην Καλυδώνα να βοηθήσει τον παππού του Οινέα. Όταν αποκατέστησε τα πράγματα στην Αιτωλία και κατά την διάρκεια της επιστροφής εξ’ αιτίας τρικυμίας βρέθηκε στην Ιταλία. Τότε ο Δαύνος ήταν σε πόλεμο με τους Μεσσαπίους και ζήτησε την βοήθειά του με την υπόσχεση πως θα του δώσει μέρος της γης του και την κόρη του Ευίππη ως γυναίκα. Έτσι βρέθηκε ο Διομήδης να κατέχει στον Αδριατικό κόλπο τα νησιά που καλούνταν από τότε Διομήδους νήσοι. Στους Δωριείς που είχε μαζί του τους μοίρασε την γη που έλαβε ως κέρδος της συμφωνίας με τον Δαύνο.
Από την Ευίππη γέννησε δυο γιούς τον συνώνυμο Διομήδη και τον Αμφίμαχο. Μετά τον θάνατό του τάφηκε εκεί όπου υπάρχουν και δυο επιγράμματα. Ένα αναφερόμενο σ’ αυτόν και το άλλο στην μητέρα του.

« Τον πάντεσι κράτιστον επιχθονίοις Διομήδην,

Ηδ’ ιερά κατέχει νήσος επωνυμίη.»

« Αργεία κυάνοφρυ, συ λεωφόνον Διομηδέα,

Μισγομένη Τυδήϊ Τέκες Καλυδώνιον άνδρα».

Οι Δωριείς που έμειναν στην γη εκείνη την καλλιέργησαν και την έκαναν ευφορώτατη, με αποτέλεσμα οι Ιλλυριοί που βρίσκονταν απέναντι να ζηλέψουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να περάσουν νύκτα στο νησί και να σκοτώσουν όλους τους Δωριείς αφού τους έπιασαν κυριολεκτικά στον ύπνο. Ο Ζευς τότε μεταμόρφωσε του Δωριείς σε πουλιά που όπως λένε απέφευγαν να πλησιάσουν τους Ιλλυριούς αλλά και όλους τους βαρβάρους και μονάχα τους Έλληνες πλησίαζαν. Μάλιστα λέγεται πως τα πουλιά αυτά ήταν Κύκνοι ή Ερωδιοί.
Μια άλλη εκδοχή αναφέρει πως ο Διομήδης σκότωσε τον Κολχικό δράκο στην Ιταλία όπου είχε καταφύγει, εξαπατώντας τον με την χρυσή ασπίδα του Γλαύκου ( πατέρα του Βελλερεφόντη) τον οποίο είχε γνωρίσει κατά την εκστρατεία στο Ίλιον. Βλέποντας την χρυσή ασπίδα ο δράκος στάθηκε αποσβολωμένος νομίζοντας πως είναι το χρυσόμαλλο δέρας που φυλούσε και έτσι ο Διομήδης κατάφερε να τον σκοτώσει. Μετά από αυτό του το κατόρθωμα οι κάτοικοι της Ιταλίας του είχαν μεγάλη εκτίμηση. Έτσι βασίλεψε στην Απουλία και έστησε πολλές στήλες σε μια πεδιάδα με μάρμαρα που είχε πάρει από την Τροία για να τα χρησιμοποιήσει ως έρμα στο καράβι του, το μέρος αυτό ονομάσθηκε πεδίο Διομήδους. Επίσης έκτισε όπως λέγεται και πολλές πόλεις ( Αργυρίπη, Κανύσιον δυο εξ’ αυτών).
Από την συνεργασία που είχε με τον Δαύνο στην Ιταλία κατά των Μεσσαπίων, πήρε πολλά λάφυρα. Τότε ο Δαύνος του είπε ή να πάρει τα λάφυρα ή τον τόπο των Μεσσαπίων που κατέλαβαν. Τότε δημιουργήθηκε μια φιλονικία στην οποία ο Άλαινος αδερφός νόθος του Διομήδη έγινε κριτής. Όμως επειδή αυτός ήθελε για λογαριασμό του την Ευίππη την κόρη του Δαύνου, από μίσος προς τον Διομήδη παρακινούμενος αποφάσισε πως είναι δικαιότερο ο Διομήδης να πάρει τα λάφυρα. Τότε ο Διομήδης έδωσε κατάρα στον τόπο ώστε να μην καρποφορήσει ποτέ παρά μόνο αν σπείρουν αυτόν οι απόγονοί του.
Πραγματικά έπεσε αφορία στον τόπο και όταν ο Δαύνος έμαθε την αιτία σκότωσε με δόλο τον Διομήδη γκρέμισε τις στήλες από το πεδίο και τις έριξε στην θάλασσα. Όμως αυτές έβγαιναν και πάλι από την θάλασσα και στέκονταν και πάλι στις θέσεις τους. Οι φίλοι του Διομήδη που θρηνούσαν για τον θάνατό του έπεσαν σε εσχάτη ένδεια και η Αθηνά που τους λυπήθηκε τους μεταμόρφωσε στα πουλιά ερωδιούς.
Στο νησί αυτό λοιπόν τιμόταν ο Διομήδης ως Θεός, όπως και σε πολλά άλλα μέρη της Ιταλίας. Είχαν στο νησί και ναό αφιερωμένο σ’ αυτόν, μεγαλοπρεπέστατο όπως λέει ο Σταγειρίτης, και άλσος ιερό και άγαλμά του όπου παριστάνονταν να κρατά το Παλλάδιο. Το άγαλμα αυτό σώζεται και βρίσκεται στο μουσείο της Φλωρεντίας. Οι Ενετοί αργότερα θυσίαζαν σε αυτόν ίππο λέγοντας πως στα δικά τους μέρη έγινε αθάνατος ο Διομήδης. Αλλά το ίδιο έκαναν και οι Μεταπόντιοι, οι Θούριοι, αλλά και οι κάτοικοι της Αργυρίππης.
Όμως και στην Ελλάδα είχαν ανδριάντες του Διομήδη όπως και πολλά άλλα μνημεία που θύμιζαν την αρετή και την ανδρεία του. Έκτισε και αυτός ναούς, στον Απόλλωνα και την Αθηνά και τέμενος στον Ιππόλυτο στην Τροιζήνα. Και είναι αυτός που καθιέρωσε τους Πυθικούς αγώνες. Για τα τεράστια κατορθώματα και την ανδρεία αλλά και την αρετή που επέδειξε στην ζωή του τον έκανε αθάνατο η Θεά Αθηνά, όπως είχε παρακαλέσει αυτήν ο πατέρας του Τυδεύς. Έτσι διαβάζουμε στον Πίνδαρο « Διομήδεια δ’ άβρωτον ξανθά ποτέ γλαυκώπις έθηκε θεόν».
Ήταν στην όψη ο Διομήδης μεγαλόσωμος, με πλατείς ώμους, γένια ξανθά, βροντώδη φωνή και ψηλό αυχένα. Ήταν λιτός στο φαγητό του και λειτουργούσε πάντα ως στρατιώτης με το να τρώει και να κοιμάται όπου εύρισκε. Κρασί έπινε μόνο όταν κουραζόταν πολύ, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Ωγυγία. Γυναίκα του ήταν όπως προαναφέραμε η Αιγιάλεια κόρη του Αιγιαλέα γιού του Άδραστου, αλλά δεν αναφέρονται παιδιά με αυτή την γυναίκα, αφού μάλλον σε συνεχείς εκστρατείες και πολέμους έλειπε ο Διομήδης!!! Επίθετα που είχαν δώσει στον Διομήδη είναι τα εξής: Αγαυός, Αντίθεος, Δίος, Δουρικλυτός, Εγχέσπαλος, Ερικυδής, Ίφθιμος, Ιππόδαμος, Λαοφόνος, Μηνεπτόλεμος, Σθεναρός.
Μετά τον θάνατο του Διομήδη και ενώ στο Άργος είχε μείνει ο Κυάνιππος ως τελευταίος απόγονος της γενιάς του Βίαντος πέθανε άτεκνος, και από την γενιά του Μελάμποδα ο Αμφίλοχος έφυγε, έμεινε βασιλιάς και των τριών μερών του Βασιλείου του Άργους ο ο Κυλάβαρις γιός του Σθένελου τελευταίος απόγονος του Μεγαπένθη, από τα τρία μέρη που ήταν χωρισμένο το Άργος λοιπόν ενώθηκε και πάλι σε ένα. Αλλά και ο Κυλάβαρις πέθανε άτεκνος και έτσι το Βασίλειο περιήλθε στον Ορέστη τον γιό του Αγαμέμνονα Βασιλιά των Μυκηνών. Και επί του Τισαμενού απογόνου του Ορέστη ήρθαν οι Ηρακλείδες.
Πρέπει όμως στο σημείο αυτό να κάνουμε μια παρένθεση αρκετά μεγάλη για να δούμε τι απέγινε με τους απογόνους του άλλου εγγονού της Ιώς του αδερφού του Βήλου, τον Αγήνορα. Καθ’ ότι είναι πολύ σημαντικό αφού αποδεικνύεται η συνέχεια αλλά και η ρίζα σχεδόν όλων των ιστορικών σημείων της Ελλαδικής και όχι μόνον, προερχόμενα από το Άργος!!!