«Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται».


Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

ΔΑΝΑΪΔΕΣ



Και ενώ όλα καλώς έβαιναν με την βασιλεία του Δαναού, στην μακρινή Αίγυπτο ο αδερφός του ένοιωσε την επιθυμία της συμφιλίωσης. Έτσι σκέφτηκε να στείλει τους πενήντα γιούς του για να παντρευτούν τις κόρες του Δαναού. Ο Αργείος βασιλιάς όμως δεν έπαυε να σκέφτεται πως ο Αίγυπτος εξακολουθεί να τον υπονομεύει και όλο αυτό είναι μια νέα παγίδα. Ήταν ο χρησμός που δεν τον άφηνε να ησυχάσει αφού ξεκάθαρα του είχαν πει μέσα από αυτόν, πως ένας από τους γιούς του Αιγύπτου θα τον σκότωνε. Υποκρινόμενος λοιπόν πως όλα είναι εντάξει και ανταποκρίνεται στην καλή διάθεση συμφιλίωσης του αδερφού του δέχεται να παντρευτούν οι κόρες του. Έτσι λοιπόν άλλες παντρεύονται κατ’ εκλογή, άλλες με κλήρο.
«…περμνήστραν μν ον τν πρεσβυτέραν ξελον Λυγκε κα Γοργοφόνην Πρωτε· οτοι γρ κ βασιλίδος γυναικς ργυφίης γεγόνεισαν Αγύπτ. τν δ λοιπν λαχον Βούσιρις μν κα γκέλαδος κα Λύκος κα Δαΐφρων τς Δανα γεννηθείσας ξ Ερώπης Ατομάτην μυμώνην γαυν Σκαιήν. αται δ κ βασιλίδος γένοντο Δανα, κ δ λεφαντίδος Γοργοφόνη κα περμνήστρα. στρος δ πποδάμειαν, Χαλκώδων οδίαν, γήνωρ Κλεοπάτραν, Χατος στερίαν, Διοκορυστς πποδαμείαν, λκης Γλαύκην, λκμήνωρ ππομέδουσαν, ππόθοος Γόργην, Εχήνωρ φιμέδουσαν, ππόλυτος όδην. οτοι μν ο δέκα ξ ραβίας γυναικός, α δ παρθένοι ξ μαδρυάδων νυμφν, α μν τλαντείης, α δ κ Φοίβης. γαπτόλεμος δ λαχε Πειρήνην, Κερκέτης δ Δώριον, Ερυδάμας Φάρτιν, Αγιος Μνήστραν, ργιος Είππην, ρχέλαος ναξιβίην, Μενέμαχος Νηλώ, ον> πτ κ Φοινίσσης γυναικός, α δ παρθένοι Αθιοπίδος. κληρωτ δ λαχον δι μωνυμίαν τς Μέμφιδος ο κ Τυρίας, Κλειτς Κλειτήν, Σθένελος Σθενέλην, Χρύσιππος Χρυσίππην. ο δ κ Καλιάδνης νηίδος νύμφης παδες δώδεκα κληρώσαντο περ τν κ Πολυξος νηίδος νύμφης· σαν δ ο μν παδες Ερύλοχος Φάντης Περισθένης ρμος Δρύας Ποταμν Κισσες Λίξος μβρος Βρομίος Πολύκτωρ Χθονίος, α δ κόραι Ατονόη Θεαν λέκτρα Κλεοπάτρα Ερυδίκη Γλαυκίππη νθήλεια Κλεοδώρη Είππη ρατ Στύγνη Βρύκη. ο δ <κ> Γοργόνος Αγύπτ γενόμενοι κληρώσαντο περ τν κ Πιερίας, κα λαγχάνει Περίφας μν κταίην, Ονες δ Ποδάρκην, Αγυπτος Διωξίππην, Μενάλκης δίτην, Λάμπος κυπέτην, δμων Πυλάργην. οτοι δέ εσι νεώτατοι· δας πποδίκην, Δαΐφρων διάντην (αται δ κ μητρς γένοντο ρσης), Πανδίων Καλλιδίκην, ρβηλος Ομην, πέρβιος Κελαινώ, πποκορυστς περίππην· οτοι ξ φαιστίνης, α δ κ Κρινος…»  ( Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Β΄, κεφ.1, παραγ.5)


Τα ονόματα των Δαναϊδων και των γιών  του Αιγύπτου έτσι όπως αναφέρονται ως ζεύγη έχουν γραφεί  από τον Απολλόδωρο, όπως ανωτέρω παραθέτουμε. Όμως στην Ωγυγία του Σταγειρίτου διαβάζουμε πως ο Υγίνος ( Ρωμαίος γραμματικός, φίλος του Οβιδίου ), αναφέρει κάποια άλλα ονόματα. Γράφει συγκεκριμένα πως τρείς Δαναΐδες είχαν πεθάνει όταν μαζί με τον πατέρα τους κατά την φυγή τους από την Αίγυπτο βρέθηκαν στην Ρόδο. Εδώ όμως μάλλον πρέπει να έχει γίνει κάποια παρανόηση αφού στο ξύλινο άγαλμα της Λινδίας Αθηνάς που αφιέρωσαν στον ναό που έκτισαν στο νησί, είχαν γραφεί τα ονόματα των Δαναΐδων τα οποία με τον καιρό σβήστηκαν και μονάχα δύο φαίνονταν καθαρά και συγκεχυμένα ένα τρίτο:  δηλ. της Ελίκης, της Αρχιδίκης και αχνά της Αμυμώνης, κάτι που έκανε να πιστέψουν πολλοί πως πρόκειται για αφιέρωμα σε πεθαμένες κόρες του Δαναού. ( Ωγυγία, Αθ. Σταγειρίτου, Μέρος ΣΤ’,Βίβλος Γ΄,κεφ. Β’)
Εν πάση περιπτώσει ούτως έχουσι τα ονόματα των ζευγών και  οι γάμοι έγιναν με μεγάλη μάλιστα λαμπρότητα. Πριν όμως αποσυρθούν τα ζεύγη στα δωμάτιά τους, ο Δαναός έδωσε σε κάθε κόρη του ένα μικρό ξίφος και τις έβαλε να ορκιστούν πως με αυτό θα σκότωναν τους άντρες τους το πρώτο κιόλας βράδυ του γάμου τους.  Και έτσι έκαναν  οι Δαναΐδες εκτός της Υπερμνήστρας που παράκουσε τον όρκο προς τον πατέρα της γιατί λυπήθηκε τον σύζυγό της Λυγκέα ο οποίος σεβάστηκε την παρθενία της και δεν την πείραξε την πρώτη νύχτα του γάμου τους.
«…περμήστρα δ τε καθαρ χερας μόνη τν δελφν: παρ δ ατν κα Λυγκες κα παν τ φεξς ατν γένος τ ς ρακλέα τε κα τι πρότερον καθκον ς Περσέα...»( Παυσανία Φωκικά, κεφ.10,παραγρ. 5) Και από αυτήν και τον Λυγκέα έχουμε το γένος των ηρώων Περσέως και Ηρακλέους, όπως λέει ο Παυσανίας.
Κάποιοι είπαν πως και άλλη μια κόρη η Βεβρύκη δεν σκότωσε τον άνδρα της Ιππόλυτο, αλλά έφυγαν μαζί προς τον Ελλήσποντο όπου η χώρα εκείνη από το όνομά της ονομάστηκε Βεβρυκία και οι κάτοικοι αυτής Βέβρυκες. ( Ωγυγία, Αθ. Σταγειρίτου, Μέρος Στ’,Βίβλος Γ΄,κεφ. Β’)  Εκείνοι λοιπόν (οι Βέβρυκες), την τίμησαν ιδιαίτερα, επειδή τους δίδαξε πολλά από αυτά που γνώριζε τόσο από την πρώτη της πατρίδα την Αίγυπτο όσο και από αυτή του Άργους.