«Έστ' ήμαρ ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται καί ές αεί έσεται».


Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

ΑΙΓΕΥΣ

Ο Αιγεύς μαζί με τους αδερφούς του Πάλλαντα, Νίσο, Λύκο και Οινέα γεννήθηκαν στα Μέγαρα όπου ο πατέρας τους Πανδίων είχε καταφύγει μετά τον διωγμό του από τους απογόνους του Μητίωνος, τους Μητιωνίδες, όπου τελικώς έγινε βασιλιάς εκεί. «…κα δ κα Πανδίων βασίλευσεν τε ριχθονίου κα Κέκροπος το δευτέρου· τοτον Μητιονίδαι τς ρχς ξελαύνουσι» ( Παυσανία Αττικά, κεφ. 5, παραγρ. 3 )
Μετά τον θάνατο του Πανδίωνα οι γιοί του εκστράτευσαν κατά των Μητιωνιδών και πήραν πίσω την βασιλεία της Αττικής την οποία μοίρασαν ως εξής :

Ο Νίσος πήρε την περιοχή των Μεγάρων, ο Λύκος την προς την Εύβοια, ο Πάλλας το μεσημβρινό μέρος αυτής και ο Αιγεύς την περιοχή της Αθήνας. «… φασι Νίσ τν πρς Μίνω πόλεμον συνδιοίσοντα, πεσόντα δ ατν ν τ μάχ ταφναί τε ατο κα τ πόλει Μέγαρα νομα π τούτου γενέσθαι, πρότερον Νίσ καλουμέν…», λέει ο Παυσανίας στα Αττικά ( κεφ. 39, παραγρ. 5) ότι τον Νίσο που σκοτώθηκε στην μάχη με τον Μίνωα που είχε έρθει κατά της Αττικής, τον έθαψαν στα Μέγαρα και προς τιμήν του ονόμασαν την πόλη Νίσα.

Ακόμη να σημειώσουμε πως ο Λύκος που είχε λάβει την περιοχή προς την Εύβοια, τελικώς έφυγε και πήγε πρώτα στην Αρήνη της Μεσσηνίας και από εκεί στην περιοχή της Μικράς Ασίας, που κατοικούσαν οι Τερμίλες, όπου και από εκείνον ονομάστηκαν Λύκιοι και η περιοχή Λυκία.

«…λέγεται δ τι κα Τερμίλαις, ς ος λθεν Λύκος φεύγων Αγέα, κα τούτοις ατιός στι Λυκίους π ατο καλεσθαι…» ( Παυσανία Αττικά, κεφ. 19, παραγρ. 3)

Ο Αιγεύς παντρεύτηκε την Μήτιδα, κόρη του Οπλίτου γιού του Ίωνα, από την οποία όμως δεν κατάφερε να τεκνοποιήσει και παντρεύεται εκ νέου  την Χαλκιόπη. Όμως δυστυχώς και πάλι δεν επέτυχε να αποκτήσει τέκνα. Επειδή όμως ο αδερφός του Πάλλας ήδη είχε κάνει πενήντα γιούς, τους Παλλαντίδες, με τον φόβο ότι τελικώς θα διεκδικήσουν και την δική του βασιλεία, έφυγε και  πήγε στο Μαντείο των Δελφών όπου ζήτησε χρησμό περί του τρόπου με τον οποίο ήταν δυνατόν να αποκτήσει τέκνο. Εκεί λοιπόν έλαβε τον παρακάτω χρησμό:

 «σκού τον προύχοντα ποδάονα, φέρτατε λαν,

μη λύσς, πρίν ς κρον θηναίων φίκηαι.

πορν δε τον χρησμόν νει πάλιν ες θήνας».

( Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, κεφ. 15, παραγρ. 6).


Δηλαδή : «Το άνοιγμα που προεξέχει απ’ τον ασκό, ώ καλύτερε των ανθρώπων, μην τον λύσεις πριν φτάσεις στην άκρη της Αθήνας».

Αιγέας - Μήδεια και Θησεύς

Όμως ο Αιγεύς δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε ο χρησμός και έτσι αποφασίζει να γυρίσει στην Αθήνα. Στην διαδρομή για την πόλη του ο Αιγεύς πέρασε από την Τροιζήνα όπου εδώ ο Πιτθεύς ο οποίος τον φιλοξένησε και φυσικά έμαθε τα περί του χρησμού, τον οποίο όπως μας λέει ο Απολλόδωρος κατενόησε «ς τόν χρησμόν συνείς» , μέθυσε τον Αιγέα και τον έβαλε να πλαγιάσει με την κόρη του Αίθρα. Αποτέλεσμα αυτής της ένωσης ήταν η γέννηση του Θησέα. Όμως ο Αιγεύς που το επόμενο πρωΐ σηκώθηκε και κατάλαβε τι είχε κάνει, μεθυσμένος ών, ζήτησε συγγνώμη από την Αίθρα και την συμβούλευσε ότι αν γεννηθεί αγόρι να του αποκαλύψει την καταγωγή του και να τον οδηγήσει στο σημείο όπου θα άφηνε το σπαθί και τα σανδάλια του κάτω από έναν βράχο. Αυτά ήταν σύμβολα που θα αποδείκνυαν όχι την καταγωγή του τέκνου του Αιγέα, αλλά την χρονική στιγμή όπου το παιδί θα είχε φθάσει στην ηλικία εκείνη την κατάλληλη να μεταχειρισθεί το ξίφος και να εφαρμόσει τα σανδάλια στα πόδια του. Με άλλα λόγια την ενηλικίωσή του! Και τότε θα ήταν έτοιμος να έρθει στην Αθήνα.

Ο πατέρας όμως της Αίθρας, ο Πιτθεύς, επειδή η κόρη του έμεινε έγκυος χωρίς να έχει τελέσει γάμο, διέδωσε πως το παιδί το είχε κάνει με τον Ποσειδώνα. Και να που το στήριξε:

Μπροστά  από την Τροιζήνα, στην θαλάσσια περιοχή υπήρχαν κάποια νησάκια, ένα από αυτά λεγόταν Σφαιρία προς τιμή του Σφήρου που ήταν ηνίοχος του Πέλοπα, του πατέρα του Πιτθέα και ο οποίος είχε ταφεί εκεί. Ένα βράδυ η Αίθρα είδε στον ύπνο της την Θεά Αθηνά η οποία της ζήτησε να πάει στο νησάκι και να προσφέρει χοές στον τάφο  του Σφήρου. Όντως η νέα πήγε στην Σφαιρία αλλά εκεί ο Ποσειδώνας βίασε την Αίθρα. Η κοπέλα για την απάτη την οποία της έγινε, έφτιαξε Ιερό προς τιμή της Θεάς Αθηνάς την οποία ονόμασε Απατουρία ( απάτη) και το νησί Ιεράν νήσο. Μάλιστα έκανε και νόμο κατά τον οποίο οι νέες έπρεπε να αφιερώνουν την παρθενική ζώνη τους στην Απατουρία Αθηνά.
Μετά από αυτό συνέβη η συνεύρεσή της με τον Αιγέα. Έτσι λέγεται πως τελικώς ο Θησεύς ήταν γιός του Ποσειδώνα και όχι του Αιγέα, αφού ο βασιλιάς των Αθηνών δεν μπορούσε να κάνει παιδιά αφού είχε παντρευτεί δύο φορές, χωρίς κανένα αποτέλεσμα τεκνοποιΐας.  Αλλά και μετά την επιστροφή του στην Αθήνα  παντρεύεται πάλι, και αυτή την φορά ο γάμος του είναι «ιδιαίτερος» αφού νύφη είναι η Μήδεια, η μάγισσα κόρη του Αιήτη βασιλιά της Αίας που είχε  παντρευτεί τον Ιάσωνα, μετά την φυγή από την Αία και την οποία στην συνέχεια ο Ιάσων προς χάριν της κόρης του Κορίνθιου βασιλιά Κρέοντα «πρόδωσε» . Τότε ήταν που η Μήδεια προς εκδίκηση σκοτώνει τον βασιλιά, την κόρη του αλλά και τα δυο παιδιά που είχε αποκτήσει με τον Ιάσωνα. Για να αποφύγει το μένος του Αρχηγού της Αργοναυτικής εκστρατείας, πηγαίνει στην Αθήνα και παντρεύεται τον Αιγέα στον οποίο υπόσχεται πως θα του κάνει, επιτέλους, τον πολυπόθητο διάδοχο του θρόνου, αφού ο Αιγεύς δεν γνώριζε πως είχε ήδη αποκτήσει τον Θησέα από την Αίθρα. Βεβαίως η μάγισσα Μήδεια αποκτά παιδί με τον Αιγέα, τον Μήδο που στην συνέχεια, όταν διωγμένη από τον Αιγέα καταφεύγει στην Μικρά Ασία, είναι αυτός που θα ιδρύσει την Μηδία και τους Μήδους οι οποίοι θα είχαν μια λαμπρή ιστορική πορεία. 

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

ΠΩΣ ΕΛΑΒΕ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΤΡΟΙΖΙΝΙΑΣ



Και ερχόμαστε τώρα στην αιτία που έλαβε την ονομασία της η περιοχή. Όπως προαναφέραμε υπήρχαν δυο πόλεις η Υπερεία και η Άνθεια. Όταν πέθανε ο αδερφός του Πιτθέα, ο Τροιζήνας, για να τον τιμήσει ένωσε τις δυο παραπάνω πόλεις σε μια και έδωσε στην νέα αυτή πόλη το όνομα του αδερφού του ώστε από τότε μέχρι και σήμερα ονομάζεται Τροιζήνα:


«… ποθανόντος γρ Τροίζηνος Πιτθες <ς> τν νν πόλιν συναγαγν τος νθρώπους νόμασεν π το δελφο Τροίζηνα, συλλαβν <πέρειάν τε> κα νθ<ει>αν…» ( Παυσανία Κορινθιακά Κεφ. 30, παραγρ. 4 ).
Αξίζει να αναφερθούμε και στο σημείο εκείνο όπου ο Παυσανίας περιγράφει το σημείο ταφής του Πιτθέως, το μνήμα του, πίσω από τον Ναό της Σωτείρας Αρτέμιδας στην Αγορά όπου υπήρχαν και τρείς θρόνοι στους οποίους κάθονταν αυτός και άλλοι δυο κριτές και έκριναν. Ακόμη κοντά στο σημείο αυτό βρισκόταν και το Ιερό των Αρδαλίδων Μουσών όπου έκαναν θυσίες στις Μούσες και τον Ύπνο, τον οποίο θεωρούσαν Θεό και φίλο των Μουσών, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας. Και  το μέρος αυτό ήταν όπου ο Πιτθεύς δίδασκε την σοφία του:
«πισθεν δ το ναο Πιτθέως μνμά στι, τρες δ π' ατ θρόνοι κενται λίθου λευκο: δικάζειν δ Πιτθέα κα νδρας δύο σν ατ λέγουσιν π τν θρόνων. ο πόῤῥω δ ερν Μουσν στι, ποισαι δ λεγον ατ ρδαλον παδα φαίστου: κα αλόν τε ερεν νομίζουσι τν ρδαλον τοτον κα τς Μούσας π' ατο καλοσιν ρδαλίδας. νταθα Πιτθέα διδάξαι λόγων τέχνην φασί» (Παυσανία Κορινθιακά, κεφ.31, παραγρ. 3).
Ο Πιτθεύς έκανε μια κόρη την Αίθρα η οποία από τον Αιγέα γεννά τον Θησέα ή τουλάχιστον αυτό πίστευαν ο πατέρας της και ο ίδιος ο Αιγεύς !  Ποιος ήταν όμως ο Αιγεύς; Γιός του Πανδίονα του Β’ βασιλιά των Αθηνών με καταγωγή από την γενιά του Εριχθόνιου του γιού της Θεάς Αθηνάς και του Ηφαίστου, ιδρυτή του οίκου των Εριχθονιοδών της Αττικής.

 Περίεργη είναι και η γέννηση του Εριχθονίου, και αξίζει να την αναφέρουμε. Λέγεται λοιπόν πως η Αθηνά είχε παραγγείλει την ασπίδα της στον Ήφαιστο και σαν πήγε να την πάρει εκείνος καταλείφθηκε από πόθο για ‘κείνη με αποτέλεσμα να προσπαθήσει να την βιάσει. Όμως η Αθηνά κατάφερε να τον απωθήσει και το σπέρμα του Ηφαίστου έπεσε πάνω στον μηρό της. Με αηδία η Θεά πήρε μια τούφα από μαλλί το σκούπισε και το πέταξε κάτω στην γη. Το αποτέλεσμα ήταν η γέννηση του Εριχθονίου. Η θεά τον πήρε τον τοποθέτησε σε ένα κάνιστρο και το έδωσε να το φυλάνε οι κόρες του Κέκροπα του Α’ και πρώτου βασιλιά της Αττικής. Η Αθηνά  συμβούλεψε τις κόρες να μην ανοίξουν το κάνιστρο. Και ενώ η Πάνδροσος έμεινε πιστή στην συμβουλή της θεάς  οι άλλες δύο κυριεύτηκαν από περιέργεια και άνοιξαν το κάνιστρο όπου αντίκρισαν το μωρό ζωσμένο από ένα δράκο με αποτέλεσμα να τρελαθούν και να πέσουν από τον βράχο της Ακρόπολης.
«γλαύρ δ κα τας δελφας ρσ κα Πανδρόσ δοναί φασιν θηνν ριχθόνιον καταθεσαν ς κιβωτόν, πειποσαν ς τν παρακαταθήκην μ πολυπραγμονεν· Πάνδροσον μν δ λέγουσι πείθεσθαι, τς δ δύο—νοξαι γρ σφς τν κιβωτόν—μαίνεσθαί τε, ς εδον τν ριχθόνιον, κα κατ τς κροπόλεως, νθα ν μάλιστα πότομον, ατς ρψαι…»( Παυσανία Αττικά, κεφ. 18, κεφ. 2).
Ή ακόμη υποστηρίζεται ότι δηλητηριάστηκαν από το φίδι και πέθαναν. Τον Εριχθόνιο στην συνέχεια η Αθηνά τον μεγάλωσε στο Ιερό και έγινε βασιλιάς των Αθηνών, ο 4ος στην σειρά βασιλεύς. Και από την γενιά αυτού κατάγεται ο Αιγεύς που είναι ο 9ος  βασιλιάς με αρχή όπως προαναφέρθηκε την βασιλεία του Κέκροπα Α’.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

ΠΙΤΘΕΥΣ και ΤΡΟΙΖΗΝ




Διαβάζουμε στην Ωγυγία του Αθανάσιου Σταγειρίτη Περί του Ταντάλου και των απογόνων αυτού, κεφάλαιο Γ’ : « Ο μεν Πιτθεύς και Τροιζήν ήλθον εις την Τροιζήνα, ότε εβασίλευεν εκεί ο Αέτιος. Πρώτος δε βασιλεύς της χώρας ταύτης αναφέρεται τις Ώρος καλούμενος αιγύπτιος νομιζόμενος επειδή το όνομα είναι τοιούτον. Ούτος ούν ωνόμασε τότε την χώραν εκείνην Ωραία αφ’ εαυτού. »

Να δούμε λίγο την συνέχεια της γενιάς του Ώρου ο οποίος γέννησε μια κόρη την Ληΐδα η οποία με τον Θεό Ποσειδώνα γέννησε τον Άλθηπο που ήταν ο κληρονόμος της βασιλείας του Ώρου και άλλαξε το όνομα της περιοχής σε Αλθηπία.
 Στα χρόνια του Άλθηπου ήταν που ο Ποσειδών ήρθε σε διαμάχη με την Αθηνά για την χώρα και με την παρέμβαση του Διός αποφασίστηκε να τιμούνται στην περιοχή και οι δυο Θεοί. Από αυτό οι κάτοικοι ονόμασαν την Αθηνά Πολιάδα και Σθενιάδα και τον Ποσειδώνα Βασιλέα. Μάλιστα στα νομίσματά τους είχαν χαραγμένα στην μια όψη την τρίαινα και στην άλλη την Αθηνά.

Μετά τον Άλθηπο βασίλεψε ο Σάρων για τον οποίο διαβάζουμε στον Παυσανία και συγκεκριμένα στο βιβλίο Κορινθιακά κεφάλαιο 30, παράγραφος 7:

«μετ δ λθηπον Σάρων βασίλευσεν. λεγον δ τι οτος τ Σαρωνίδι τ ερν ρτέμιδι κοδόμησεν π θαλάσσ τελματώδει κα πιπολς μλλον, στε κα Φοιβαία λίμνη δι τοτο καλετο. Σάρωνα δ--θηρεύειν γρ δ μάλιστα ρητο--κατέλαβεν λαφον διώκοντα ς θάλασσαν συνεσπεσεν φευγούσ: κα τε λαφος νήχετο πωτέρω τς γς κα Σάρων εχετο τς γρας, ς π προθυμίας φίκετο ς τ πέλαγος: δη δ κάμνοντα ατν κα π τν κυμάτων κατακλυζόμενον πέλαβε τ χρεών. κπεσόντα δ τν νεκρν κατ τν: Φοιβαίαν λίμνην ς τ λσος τς ρτέμιδος ντς το ερο περιβόλου θάπτουσι, κα λίμνην π τούτου Σαρωνίδα τν ταύτ θάλασσαν καλοσιν ντ Φοιβαίας».

Δηλαδή: μετά τον Άλθηπο βασίλεψε ο Σάρων και έκτισε το Ιερό της Αρτέμιδας κοντά στην θάλασσα όπου βρισκόταν μια λίμνη βαλτώδης που ονομαζόταν Φοιβαία. Ο Σάρων λοιπόν ήταν έμπειρος κυνηγός και μια μέρα καθώς κυνηγούσε ένα ελάφι έπεσε στην θάλασσα και πνίγηκε, αφού το ακολούθησε μέσα στην θάλασσα όπου εκείνο φοβισμένο από το κυνήγι είχε πέσει. Έτσι ο Σάρων ετάφη κοντά στην λίμνη Φοιβαία, η οποία πήρε το όνομά του και από τότε καλείτε Σαρωνία όπως και η θάλασσα.
Μετά τον Σάρωνα και μέχρι τον Υπέρητο και τον Άνθα, αγνοούνται οι ενδιάμεσα βασιλείς. Οι Υπέρητος και Άνθας ήταν παιδιά του Ποσειδώνα και της Αλκυόνης της κόρης του Άτλαντα. Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας αυτοί οι δύο έχτισαν και τις ομώνυμες πόλεις Υπερεία και Άνθεια: «κα πόλεις ατος ν τ χώρ φασν πέρειάν τε κα νθειαν οκίσαι»(Παυσανίας Κορινθιακά κεφ.30,παραγρ. 8).

Από αυτά τα δυο αδέρφια που μαζί βασίλεψαν στην περιοχή, ο μεν Υπέρης πέθανε άτεκνος ο δε Άνθας έκανε έναν γιό τον Αέτιο που έμεινε και κληρονόμος των δυο πόλεων και ονόμασε την περιοχή Ποσειδωνιάδα. Στις ημέρες αυτού λοιπόν ήταν που έφθασαν εκεί οι γιοί του Πέλοπα, Πιτθέας και Τροιζήν.
 Ο Αέτιος λοιπόν όταν αυτοί ήρθαν στον τόπο του, τους δέχθηκε πολύ καλά και μάλιστα λέγεται πως μοίρασε και το βασίλειό του ώστε πλέον έχουμε την τριμερή βασιλεία της περιοχής: «Τροίζηνος δ κα Πιτθέως παρ έτιον λθόντων βασιλες μν τρες ντ νς γένοντο».(Παυσανίας Κορινθιακά κεφ.30,παραγρ. 8).
Τώρα εδώ μάλλον πρέπει να γίνει μια παρένθεση ώστε να δούμε για ποιόν λόγο έτσι εύκολα, όχι μόνο έγιναν αποδεκτοί, αλλά τους εδόθη και μέρος του βασιλείου. Αν και δεν υπάρχουν αναφορές επ’ αυτού το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς είναι απλά διότι ήσαν γιοί του Πέλοπα και ως τέτοιοι, αντιμετωπίζονταν με μεγάλο σεβασμό και δέος, λόγω της τεράστιας δύναμης την οποία είχε ο πατέρας τους, αφού ήταν τω όντι ένας πανίσχυρος βασιλιάς στην Πελοπόννησο. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως εξ’ αυτού έχει πάρει και την έως σήμερα επικρατούσα ονομασία της το κομμάτι αυτό της Νοτίου Ελλάδος. Έτσι φαντάζομαι σκεπτόμενος ο Αέτιος, και μη θέλοντας να μπει στην διαδικασία μιας άνισης αναμέτρησης έδωσε «γη και ύδωρ» στα δυο αδέρφια!
Αφού λοιπόν ο Πιτθεύς και ο Τροιζήν κατείχαν τα δυο τρίτα της περιοχής είναι λογικό να έχουν και την μεγαλύτερη δύναμη. Μάλιστα για τον Πιτθέα λέγεται πως ήταν σοφός και χρησμολόγος και « ιερός νομιζόμενος», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο Σταγειρίτης, και συνεχίζοντας επισημαίνει : «ώστε έλαβε και ο Ησίοδος πολλά γνωμικά αυτού, ως και το, «Μισθός δ’ ανδρί φίλω ειρημένος άρκιος έστω»(Ησιόδου Έργα και Ημέρες, στιχ. 370),( Ωγυγία Αθ. Σταγειρίτου, Περί του Ταντάλου και των απογόνων αυτού, κεφάλαιο Γ’).
Ακόμη διαβάζουμε στον Σταγειρίτη πως ο Πιτθεύς δίδασκε και την ρητορική τέχνη για την οποία μας πληροφορεί πως υπάρχει και σύγγραμμα του Πιτθέα το οποίο εξέδωσε μετά κάποιος Επιδαύριος όπως αναφέρει ο Παυσανίας ο οποίος το είδε καθώς λέει: «νταθα Πιτθέα διδάξαι λόγων τέχνην φασί, καί τι βιβλίον Πιτθέως δ σύγγραμμα π νδρς κδοθν πιδαυρίου κα ατς πελεξάμην»(Παυσανίας Κορινθιακά, κεφ.31, παραγρ. 3).